~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
................ Επιμέλεια Σελίδας: Πάνος Αϊβαλής, υπεύθυνος έκδοσης του περιοδικού "Ύφος", ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: kepeme@gmail.com...............
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η Φωτό Μου
Ξεφυλλίζοντας... με τον Πάνο Αϊβαλή

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2018

Διήγημα της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη, "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ"

Zacharoula Gaitanaki
ΖΩΝΗ ΑΡΚΑΔΙΑΣ

    Δ ι ή γ η μ α   της  Ζαχαρούλας  Γαϊτανάκη    

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ

Ο καφές φούσκωσε στο μπρίκι και τον κατέβασε από τη φωτιά. Πήρε το χοντρό φλιτζάνι κι έριξε τον καφέ από ψηλά για να κάνει φουσκαλίτσες. Έτσι του άρεσε να τον πίνει κάθε πρωί πριν ξεκινήσει για το γραφείο του. Μετρούσε τις φουσκάλες κι ύστερα έφερνε το φλιτζάνι στα χείλη του και ρουφούσε το ζεστό του περιεχόμενο. Άφηνε το φλιτζάνι στο τραπέζι της κουζίνας, κοίταζε τις φουσκάλες που είχαν απομείνει και ξανάπινε, ώσπου στο τέλος δεν έμενε στο φλιτζάνι ούτε φουσκαλίτσα, ούτε καφές. Μόνο ένα πηκτό κατακάθι…
Στις 7.30 ήταν έτοιμος να φύγει για την δουλειά του. Φόραγε το σακάκι του με τα πέτσινα μπαλώματα στους αγκώνες (είχε τρία ακόμα τέτοια σακάκια που τα φορούσε στο γραφείο), έπαιρνε τον μαύρο χαρτοφύλακά του από το έπιπλο του χολ, έστρωνε τη γραβάτα του, έριχνε μια βιαστική ματιά γύρω του κι έβγαινε από το διαμέρισμα του 4ου ορόφου κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του.
Πήγαινε στη δουλειά του με τα πόδια. Όχι για να κάνει οικονομία αλλά για να περπατάει. Του άρεσε να βαδίζει στα πεζοδρόμια, να κοιτάει τα αυτοκίνητα στους δρόμους, να παρατηρεί τους άλλους ανθρώπους που περπατούσαν δίπλα του. Έκανε την ίδια διαδρομή 24 χρόνια τώρα. Ξεκίνησε στα 23 του και τώρα στα 47 του ήταν επικεφαλής στο Τμήμα Πρωτοκόλλου και Αρχείου, που βρισκόταν στο υπόγειο του πολυόροφου κτηρίου του Δημαρχείου της πόλης. Μια ζωή χωμένος στα χαρτιά. Δεκάδες ράφια με φακέλους έβλεπε καθημερινά γύρω του, φακέλους σκεπασμένους από τη σκόνη.
Μαζί του εργάζονταν και άλλοι δύο υπάλληλοι, πολλά χρόνια νεότεροί του. Είχαν προσληφθεί όταν ανέλαβε ο τωρινός Δήμαρχος, πριν τρία χρόνια. «Είναι ψηφοφόροι του Δημάρχου» άκουσε κάποιον να λέει από το Τμήμα Καθαριότητας. Η κοπέλα ήταν 22 χρονών, ντυμένη σύμφωνα με την μόδα της εποχής, έντονα βαμμένη και φορτωμένη αλυσίδες και δακτυλίδια. Όταν δεν έκανε κάποια δουλειά, καθόταν με τον νεαρό υπάλληλο και κουβέντιαζαν πίνοντας καφέ και καπνίζοντας συνέχεια. Αν και το κάπνισμα απαγορευόταν σε όλους τους χώρους του κτηρίου, οι δύο νέοι στο υπόγειο δεν έδιναν σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες. Τα πρωινά, όταν τον έβλεπαν να μπαίνει για να πάει στο γραφείο του, τον καλημερίζανε βαριεστημένα κι όταν έφευγαν τον αποχαιρετούσαν μ’ ένα βιαστικό «Αντίο σας, κύριε Διευθυντά».
Κι εκείνος, καθόταν στο πάντα γεμάτο χαρτιά γραφείο του και ξεκινούσε να τακτοποιεί τις εκκρεμότητες και τις υποχρεώσεις της ημέρας. Όταν δεν είχε άλλη δουλειά να κάνει, σκεφτόταν. Συλλογιζόταν τα χρόνια που κύλησαν σαν το νερό και χάθηκαν. Τα μαλλιά του είχαν τώρα γκριζάρει και αραιώσει, το σώμα του βάρυνε, η ψυχή του κουράστηκε. Έρχονταν συχνά στο μυαλό του τα τελευταία λόγια της μάνας του λίγο πριν ξεψυχήσει: «Να παντρευτείς, παιδάκι μου και να μην κλάψεις για μένα σαν φύγω. Να μην πενθήσεις. Να φτιάξεις και συ τη ζωή σου με μια καλή κοπέλα…»
Ήθελε να της απαντήσει: “Μην ανησυχείς, μάνα, θα το φροντίσω κι αυτό” μα δεν πρόλαβε τίποτε να της πει.
Τώρα σκεφτόταν πως δεν ήταν τυχερό του ούτε ν’ αγαπηθεί από κάποια γυναίκα, ούτε να κάνει οικογένεια. Έφυγαν τα χρόνια του μέσα στη ρουτίνα της δουλειάς του, στη μοναξιά και στη σιωπή που επικρατούσε παντού στο άδειο του σπίτι. Ακόμα και τα Σαββατοκύριακα, οι αργίες, οι διακοπές περνούσαν το ίδιο μονότονα, κουραστικά, βασανιστικά…
Ξύπνησε και σήμερα να ετοιμαστεί για τη δουλειά του. Έβαλε το μπρίκι στη φωτιά να φτιάξει καφέ. Με πολλές φουσκαλίτσες, όπως του άρεσε να τον πίνει κάθε πρωί. Ένιωθε ανάλαφρος σήμερα, αποφασισμένος.
Πήγε στο καθιστικό και άνοιξε το παράθυρο. Κοίταξε στην απέναντι πολυκατοικία μιαν ένοικο που πότιζε στο μπαλκόνι τα λουλούδια της. Η γυναίκα του χαμογέλασε. Κάτω στο δρόμο τα αυτοκίνητα περνούσαν βιαστικά. Το σώμα του χάθηκε από το παράθυρο και βρέθηκε στο κενό. Κόσμος μαζεύτηκε αμέσως στο πεζοδρόμιο που έπεσε το κορμί του. “Έναν γιατρό, φωνάξτε ένα γιατρό, για όνομα του Θεού” ακούστηκε κάποιος να φωνάζει.
Πάνω στο διαμέρισμα, μια μυρωδιά φρεσκοψημένου καφέ, έβγαινε από την μικρή κουζίνα κι απλωνόταν στα υπόλοιπα δωμάτια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου