~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
................ Επιμέλεια Σελίδας: Πάνος Αϊβαλής, υπεύθυνος έκδοσης του περιοδικού "Ύφος", ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: kepeme@gmail.com...............
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η Φωτό Μου
Ξεφυλλίζοντας... με τον Πάνο Αϊβαλή

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

"Η ζωή και το διάβασμα δεν είναι χωριστές δραστηριότητες



~ Αργύρης Χιόνης ~

"Τα βιβλία μπουχτισαν τη σοφία τους,
δεν μπορούσαν πια ούτε μια τυπωμένη λέξη ν' αντικρίσουν,
σβησαν τους χρυσούς τίτλους απ' τα εξωφυλλα τους,
έπαψαν να' ναι βιβλία.
Ο άνθρωπος δεν πήρε τίποτα χαμπάρι,
συνεχίζει να τα βγάζει απ' τη βιβλιοθήκη,
να τα...ξεσκονίζει,
να τα ξεφυλλίζει,
να βυθίζεται μέσα τους...!"

~ Ημέρα για το βιβλίο χθες ~

Ο Τζουλιαν Μπαρνς σε κείμενο του στον Guardian το 2012 γράφει :
"Η ζωή και το διάβασμα δεν είναι χωριστές δραστηριότητες.
Η διάκριση είναι πλαστή.
Όταν διαβάζεις ένα σπουδαίο βιβλίο, δεν δραπετευεις από τη ζωή, βυθίζεσαι σ' αυτήν!
Μπορεί να υπάρχει μια επιφανειακή απόδραση-σε διαφορετικές χώρες, ήθη, γλωσσικά σχήματα-όμως αυτό που κατά βάθος κάνεις, ειναι να διευρυνεις τους τρόπους με τους οποίους κατανοείς τις λεπτές αποχρώσεις της ζωής, τα παράδοξα της, τις χαρές της, τους πόνους και τις αλήθειες της.
Η ανάγνωση και η ζωή,
δέν εξελίσσονται χωριστά,
συμβιώνουν...!"

~ Καλημέρα μας...!
 

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Εκδήλωση - παρουσίαση του μυθιστορήματος, ''ΠΕΝΗΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΜΙΛΙΑ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ'' του Νίκου Κοτανίδη στο βιβλιοκαφέ 'Εναστρον από τις εκδόσεις "Περίπλους"



Dionisis Vitsos 
ΑΘΗΝΑ

  ΕΚΔΗΛΩΣΗ - ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ  

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 18 ΜΑΪΟΥ 2018, 8 μ.μ

ΕΝΑΣΤΡΟΝ βιβλιοκαφέ, ΣΟΛΩΝΟΣ 101, ΑΘΗΝΑ

Οι εκδόσεις ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ και 

ο συγγραφέας ΝΙΚΟΣ ΚΟΤΑΝΙΔΗΣ
~~~~~
Σας προσκαλούν στην παρουσίαση του
μυθιστορήματος, ''ΠΕΝΗΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΜΙΛΙΑ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ''
στο βιβλιοκαφέ 'Εναστρον, στην Αθήνα.

~~~~~
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι :
1. ΕΦΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, Σχολή Ευελπίδων, καθηγήτρια αγγλικών. 
2. ΦΩΤΗΣ ΚΑΓΓΕΛΑΡΗΣ, Σχολή Ευελπίδων, καθηγητής ψυχολογίας. Διδάκτωρ Ψυχοπαθολογίας Univ. de Paris και συγγραφέας.
3. ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΒΙΤΣΟΣ, εκδότης, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ.

Ο συγγραφέας θα αναφερθεί στο ιστορικό του βιβλίου, θα διαβάσει αποσπάσματα και θα υπογράψει αντίτυπα.

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

Νίκος Κατοίκος: «Μια ζωή δυο φορές» του Σώτου Αλεξίου, διηγημάτα



 Sotos Alexiou 
ΚΑΛΑΜΠΑΚΑ




Με αφορμή την έκθεση βιβλίου στη Θεσσαλονίκη αναδημοσιεύω εδώ το κείμενο του Δημήτρη Κατοίκου φιλόλογου και διανοητή για το βιβλίο μου "ΜΙΑ ΖΩΗ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ"
~~~~~~~~~~~
            ΒΙΒΛΙΟ // ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ               
Σώτου Αλεξίου «Μια ζωή δυο φορές»

Διηγήματα», Εκδόσεις «Μετρονόμος», 
Αθήνα 2017, σελ. 137


   Γράφει ο Φιλόλογος  Νίκος Κατοίκος  
Ο Καλαμπακιώτης γλύπτης, ζωγράφος και λογοτέχνης Σώτος Αλεξίου τον Σεπτέμβριο του 2017 εξέδωσε μια συλλογή 11 καλογραμμένων διηγημάτων. Το βιβλίο είναι καλαίσθητο και κοσμείται με σχέδια δικά του και τεσσάρων άλλων γλυπτών, φίλων του.

Ο συγγραφέας είναι γνωστός από τη δίτομη βιογραφία τού Βασίλη Τσιτσάνη (1998 και 2003), καθώς και από άρθρα (σχετικά με το λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι) που γράφει από το 2010 και εξής σε διάφορα περιοδικά (Δίφωνο, Όασις, Ύφος, Μετρονόμος και άλλα).
Με τα σύντομα και εντυπωσιακά διηγήματα αυτής της συλλογής ο Αλεξίου ζω-ντανεύει παλαιά βιώματά του, γεφυρώνοντας αριστοτεχνικά το παρελθόν με το παρόν. Μας μεταφέρει καταστάσεις γεμάτες γοητεία, νοσταλγία, γλυκύτητα και θαυμασμό. Συχνά διανθίζει τα κείμενά του με στίχους από τραγούδια τού Τσιτσάνη και άλλων άσων τής πενιάς. Η αδυναμία του στην αναβίωση παλαιών μουσικών συμβά-ντων είναι εμφανής.


ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Το διήγημα ως λογοτεχνικό είδος απαιτεί τόπο, χρόνο, λίγα πρόσωπα, απλή πλοκή, ζωντανή περιγραφή και διήγηση και λόγο καλλιεπή. Έτσι, ο αναγνώστης απο-λαμβάνει αισθητικά τα καλά διηγήματα και χαίρεται τα βαθιά μηνύματα που προβάλ-λουν. 
Ο συγγραφέας αυτής της συλλογής καλύπτει όλες τις απαιτήσεις τού λογοτε-χνικού αυτού είδους, αλλά πολυσχιδής καλλιτέχνης καθώς είναι, επεκτείνεται στο λεγόμενο ποιητικό στοιχείο, που δεν είναι απαιτητό, αλλά παρέχει περαιτέρω αισθη-τική απόλαυση και προδίδει πιο εκλεπτυσμένη καλλιτεχνική προσωπικότητα. Τέτοιους σύγχρονους πεζογράφους τής Δυτικής Θεσσαλίας μπορώ να αναφέρω ενδεικτικά τον Καλαμπακιώτη Γρηγόρη Σταγέα και τους Σοφαδίτες Νίκο Μπαζιάνα και Βαγγέλη Ντελή, σε έργα τών οποίων έχω επισημάνει το ποιητικό στοιχείο με παλαιότερα δημοσιεύματά μου.
Αξίζει εδώ να πούμε λίγα λόγια για τη βαθύτερη φύση τής Ποίησης. Η Ποί-ηση λοιπόν οραματίζεται έναν κόσμο ανώτερο, χρησιμοποιεί μεταφορικό λόγο, εικο-νοποιεί τις ιδέες, εκφράζει απροκάλυπτες αλήθειες, ντύνεται γλώσσα πυκνή και τέ-λεια. Σε αυτή κυριαρχεί η φαντασία, ο στοχασμός και ο λυρισμός. Ο ποιητής μάς χα-ρίζει μια νέα κατανόηση του κόσμου, και όχι απλώς κείμενα με καλλιέπεια, ευαισθη-σία και ομορφιά. «Βιώνει το όνειρο σαν πραγματικότητα, και την πραγματικότητα σαν όνειρο» (Ιάσων Ευαγγέλου, 2003).


   ΜΕΡΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ   

ΕΜΦΟΡΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ
1. «Πρωτάκουστη απουσία θορύβου! Τόσο χειροπιαστή, που ακούγονται χίλιες φωνές εντός μου» (σελίδα 16).
2. «Ένα κύμα αισιοδοξίας γέμισε το δωμάτιο και έδιωξε μακριά τη θλίψη» (σελ. 24).
3. «Το παρόν με το παρελθόν γίνονται μαλλιά-κουβάρια» (σελ. 35).
4. «Μέσα μου οι πληγές μια ανοίγουν, μια κλείνουν» (σελ. 41).
5. «Το τραγούδι μπαίνει μέσα μου και σαν γομολάστιχα σβήνει όσες μαύρες μολυβιές έχουν μείνει τόσα χρόνια στην ψυχή μου» (σελ. 41).
6. «Το τρίο είναι έτοιμο• κουρδίζουν τα όργανα και παίρνουν την καθορισμένη θέση τους πάνω στο πάλκο. Βασιλιάδες σε ένα Βασίλειο χωρίς εξουσία» (σελ.73).
7. «Εγώ, κρεμασμένο παλτό στην ντουλάπα, προσπαθώ να ισορροπήσω στο χθες και στο σήμερα, γιατί οι μνήμες είναι οδυνηρές» (σελ. 114).
8. «Αισθάνομαι σαν δρόμος άδειος, χωρίς το πήγαιν’ - έλα τών ανθρώπων» (σελ. 119).
9. «Μένω ακίνητος, σαν την κολόνα που δέχεται αδιαμαρτύρητα αγγελιόσημα θανάτου» (σελ. 124).
10. «Έχω κλείσει τη ζωή μου σε στιχάκια τραγουδιών» (σελ. 125).

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

ΠΩΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ 15ΧΡΟΝΟ ΜΑΘΗΤΗ ΚΙ ΕΝΑΝ ΦΩΤΙΣΜΕΝΟ ΔΑΣΚΑΛΟ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ



Dionisis Vitsos 
ΖΑΚΥΝΘΟΣ



ΠΩΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ 15ΧΡΟΝΟ ΜΑΘΗΤΗ ΚΙ ΕΝΑΝ ΦΩΤΙΣΜΕΝΟ ΔΑΣΚΑΛΟ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ 
Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ

«Ήμεθα δεκαπενταετής ότε το πρώτον ανεγνώσαμε την Λύραν και μας κατενθουσίασε. Μαθών ο Ρωμανός τον ενθουσιασμόν μας, μας διηγήθη τινά περί του βίου του Κάλβου και των έργων, προσθέσας ότι έπρεπε να γίνει μία νέα έκδοσις και εν Αθήναις, και ένας εκ των επιφανών λογογράφων, δια διαλέξεως να κάμει γνωστήν την αξίαν των Ωδών. Αμέσως συνελάβομεν την ιδέαν να κάμωμεν την νέαν έκδοσιν μετά προλεγομένων και οι αδελφοί Κάος, τυπογράφοι, είχον αναλάβει την δαπάνην της εκδόσεως. Ο Πολυλάς τους έπεισεν ότι θα χάσουν τα έξοδά των, διότι ένεκα της γλώσσης αι Ωδαί δεν αρέσουν εις τον πολύν κόσμον.

Αν εναυάγησεν η κερκυραϊκή έκδοσις, η ιδέα μας έλαβε σάρκα εις Ζάκυνθον, το 1881, δαπάνη του εκδότου Σεργίου Ραφτάνη. Επωλήθησαν σχεδόν όλα τα αντίτυπα, τα πλείστα όμως εις τον έξω Ελληνισμόν. Ούτως η επιθυμία του αειμνήστου διδασκάλου μας Ρωμανού επραγματοποιήθη, ιδίως, αφού και ο αγαπητός μας ποιητής Παλαμάς, δια της ωραίας αυτού διαλέξεως εστεροποίησε την αναμφισβήτητον ποιητικήν αξίαν του επτανησίου ποιητού.»
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΔΕ ΒΙΑΖΗΣ
~~~~~~~~
«Οι Επτανήσιοι ποιητές, που γνώριζαν και που λατρεύανε το Σολωμό, για τον Κάλβο δείχνανε πως τίποτα δεν ξέρανε και η αντιπάθειά τους ήτανε φανερή. […] Ο Πολυλάς δεν τον αναφέρει. Στην κληρονομιά των Σολωμικών η αντιπάθεια είχε παραδοθεί εκδηλωμένη ή σε σιωπή καταφρονετική ή σε λακωνική δογματική εχθροπάθεια. Τον άνεμο αυτόν ήρθε να κατευνάσει η ομιλία μου στον «Παρνασσό» [1889]. Ήταν ομιλία (…) ενός θαυμαστή, ενός που έφτανε ως την καλβολατρεία.»
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

[ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (Πάτρα 1859- Αθήνα 1943): Από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης.
Ένα αντίτυπο της πιο πάνω έκδοσης των Ωδών του Κάλβου, που έγινε με πρωτοβουλία του Δεβιάζη με την προτροπή του Ρωμανού και που ο Παλαμάς βρήκε σε παλαιοπωλείο ήταν η αιτία της καθιέρωσης του πρώτου από τον δεύτερο.]
~~~~~~~~
[ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΔΕ ΒΙΑΖΗΣ (Κέρκυρα 1849-Ζάκυνθος 1927), Λόγιος και ιστοριοδίφης του 19ου και του 20ού αιώνα, που ασχολήθηκε με τα Επτάνησα.]
~~~~~~~~
[ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΟΣ (1836-1892), Σημαντικός ιστορικός μελετητής και λόγιος της Κέρκυρας. Καθηγητής και γυμνασιάρχης στο γυμνάσιο του νησιού, όπου είχε μαθητή και τον Σπυρίδωνα Δε Βιάζη.]
~~~~~~~~

[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
- ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΟΣ
- ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΔΕ ΒΙΑΖΗΣ
- ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ]

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ (1836-1904), «ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΟΥ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ



Dionisis Vitsos
ΑΘΗΝΑ

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ (1836-1904)

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ (1836-1904), 
«ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΟΥ»,
 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, Αθήνα 2018

«Όσον ευκολότερα πιστεύομεν και ταχύτερα λησμονούμεν, τόσο μεγαλυτέρα είναι η ασυνειδησία εκείνων που μας απατούν…
Αν έχεις μέσα στο στήθος σου καρδιά και όχι πέτρα, μη λες πως φταίει ο λαός, αλλά φώναξε μαζί μου "ανάθεμα εις τους λαοπλάνους".»

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2018

Διήγημα της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη, "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ"

Zacharoula Gaitanaki
ΖΩΝΗ ΑΡΚΑΔΙΑΣ

    Δ ι ή γ η μ α   της  Ζαχαρούλας  Γαϊτανάκη    

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ

Ο καφές φούσκωσε στο μπρίκι και τον κατέβασε από τη φωτιά. Πήρε το χοντρό φλιτζάνι κι έριξε τον καφέ από ψηλά για να κάνει φουσκαλίτσες. Έτσι του άρεσε να τον πίνει κάθε πρωί πριν ξεκινήσει για το γραφείο του. Μετρούσε τις φουσκάλες κι ύστερα έφερνε το φλιτζάνι στα χείλη του και ρουφούσε το ζεστό του περιεχόμενο. Άφηνε το φλιτζάνι στο τραπέζι της κουζίνας, κοίταζε τις φουσκάλες που είχαν απομείνει και ξανάπινε, ώσπου στο τέλος δεν έμενε στο φλιτζάνι ούτε φουσκαλίτσα, ούτε καφές. Μόνο ένα πηκτό κατακάθι…
Στις 7.30 ήταν έτοιμος να φύγει για την δουλειά του. Φόραγε το σακάκι του με τα πέτσινα μπαλώματα στους αγκώνες (είχε τρία ακόμα τέτοια σακάκια που τα φορούσε στο γραφείο), έπαιρνε τον μαύρο χαρτοφύλακά του από το έπιπλο του χολ, έστρωνε τη γραβάτα του, έριχνε μια βιαστική ματιά γύρω του κι έβγαινε από το διαμέρισμα του 4ου ορόφου κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του.
Πήγαινε στη δουλειά του με τα πόδια. Όχι για να κάνει οικονομία αλλά για να περπατάει. Του άρεσε να βαδίζει στα πεζοδρόμια, να κοιτάει τα αυτοκίνητα στους δρόμους, να παρατηρεί τους άλλους ανθρώπους που περπατούσαν δίπλα του. Έκανε την ίδια διαδρομή 24 χρόνια τώρα. Ξεκίνησε στα 23 του και τώρα στα 47 του ήταν επικεφαλής στο Τμήμα Πρωτοκόλλου και Αρχείου, που βρισκόταν στο υπόγειο του πολυόροφου κτηρίου του Δημαρχείου της πόλης. Μια ζωή χωμένος στα χαρτιά. Δεκάδες ράφια με φακέλους έβλεπε καθημερινά γύρω του, φακέλους σκεπασμένους από τη σκόνη.
Μαζί του εργάζονταν και άλλοι δύο υπάλληλοι, πολλά χρόνια νεότεροί του. Είχαν προσληφθεί όταν ανέλαβε ο τωρινός Δήμαρχος, πριν τρία χρόνια. «Είναι ψηφοφόροι του Δημάρχου» άκουσε κάποιον να λέει από το Τμήμα Καθαριότητας. Η κοπέλα ήταν 22 χρονών, ντυμένη σύμφωνα με την μόδα της εποχής, έντονα βαμμένη και φορτωμένη αλυσίδες και δακτυλίδια. Όταν δεν έκανε κάποια δουλειά, καθόταν με τον νεαρό υπάλληλο και κουβέντιαζαν πίνοντας καφέ και καπνίζοντας συνέχεια. Αν και το κάπνισμα απαγορευόταν σε όλους τους χώρους του κτηρίου, οι δύο νέοι στο υπόγειο δεν έδιναν σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες. Τα πρωινά, όταν τον έβλεπαν να μπαίνει για να πάει στο γραφείο του, τον καλημερίζανε βαριεστημένα κι όταν έφευγαν τον αποχαιρετούσαν μ’ ένα βιαστικό «Αντίο σας, κύριε Διευθυντά».
Κι εκείνος, καθόταν στο πάντα γεμάτο χαρτιά γραφείο του και ξεκινούσε να τακτοποιεί τις εκκρεμότητες και τις υποχρεώσεις της ημέρας. Όταν δεν είχε άλλη δουλειά να κάνει, σκεφτόταν. Συλλογιζόταν τα χρόνια που κύλησαν σαν το νερό και χάθηκαν. Τα μαλλιά του είχαν τώρα γκριζάρει και αραιώσει, το σώμα του βάρυνε, η ψυχή του κουράστηκε. Έρχονταν συχνά στο μυαλό του τα τελευταία λόγια της μάνας του λίγο πριν ξεψυχήσει: «Να παντρευτείς, παιδάκι μου και να μην κλάψεις για μένα σαν φύγω. Να μην πενθήσεις. Να φτιάξεις και συ τη ζωή σου με μια καλή κοπέλα…»
Ήθελε να της απαντήσει: “Μην ανησυχείς, μάνα, θα το φροντίσω κι αυτό” μα δεν πρόλαβε τίποτε να της πει.
Τώρα σκεφτόταν πως δεν ήταν τυχερό του ούτε ν’ αγαπηθεί από κάποια γυναίκα, ούτε να κάνει οικογένεια. Έφυγαν τα χρόνια του μέσα στη ρουτίνα της δουλειάς του, στη μοναξιά και στη σιωπή που επικρατούσε παντού στο άδειο του σπίτι. Ακόμα και τα Σαββατοκύριακα, οι αργίες, οι διακοπές περνούσαν το ίδιο μονότονα, κουραστικά, βασανιστικά…
Ξύπνησε και σήμερα να ετοιμαστεί για τη δουλειά του. Έβαλε το μπρίκι στη φωτιά να φτιάξει καφέ. Με πολλές φουσκαλίτσες, όπως του άρεσε να τον πίνει κάθε πρωί. Ένιωθε ανάλαφρος σήμερα, αποφασισμένος.
Πήγε στο καθιστικό και άνοιξε το παράθυρο. Κοίταξε στην απέναντι πολυκατοικία μιαν ένοικο που πότιζε στο μπαλκόνι τα λουλούδια της. Η γυναίκα του χαμογέλασε. Κάτω στο δρόμο τα αυτοκίνητα περνούσαν βιαστικά. Το σώμα του χάθηκε από το παράθυρο και βρέθηκε στο κενό. Κόσμος μαζεύτηκε αμέσως στο πεζοδρόμιο που έπεσε το κορμί του. “Έναν γιατρό, φωνάξτε ένα γιατρό, για όνομα του Θεού” ακούστηκε κάποιος να φωνάζει.
Πάνω στο διαμέρισμα, μια μυρωδιά φρεσκοψημένου καφέ, έβγαινε από την μικρή κουζίνα κι απλωνόταν στα υπόλοιπα δωμάτια.

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

Πόπη Αρωνιάδα "ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ" διήγημα στο περιοδικό "δέκατα"

 
Το διήγημα μου "Ασπρόμαυρη φωτογραφία" στο φθινοπωρινό τεύχος 51. Ευχαριστώ για την τιμή. Είμαι ευγνώμων!!!



ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Η μάνα μου είχε τη μαεστρία να κρύβει με επιτυχία τη φτώχια μας. Πανέξυπνη, καλλιτεχνική φύση, ρεαλίστρια, ιδεαλίστρια και πλήθος άλλων χαρακτηρισμών θα μπορούσες να της δώσεις σήμερα, όμως τότε, ήταν απλά μια περήφανη γυναίκα που έβαζε στη διαπασών όλες τις αισθήσεις της, να δαμάσει τη φτώχεια και να αναστήσει με αξιοπρέπεια τα έξι παιδιά της.
Αυτό επιβεβαιώνεται περίτρανα κοιτάζοντας απλά και μόνο την ασπρόμαυρη φωτογραφία που κρατάω στα χέρια μου. Ακόμα και το ότι υπάρχει αυτή η φωτογραφία, ήταν δική της μέριμνα, δείχνει πόσο πολυεπίπεδα σκεφτόταν. Σίγουρα θα της κόστισε αρκετά από τις πενιχρές της οικονομίες. 
Θέλω έλεγε να έχετε ενθύμια. Δεν έχω να σας δώσω περιουσία, σας δίνω όμως ψυχή. Η ψυχή φαίνεται σε μια φωτογραφία, άμα την παρατηρήσεις καλά. Τότε δεν καταλάβαινα τι έλεγε, δεν έβλεπα εγώ καμία ψυχή. Τώρα όμως τη βλέπω την ψυχή που διέθετε στο μεγάλωμά μου. Και συμπλήρωνε, δεν θέλω να γυρίσετε να μου πείτε ποτέ, μα πως ήμουνα βρε μάνα; Δεν θα φτάνει η δική μου περιγραφή, έλεγε, έστω και αν μπορώ να θυμηθώ. Ήταν τόσο σίγουρη γι’ αυτό που έκανε ώστε ήθελε να έχει αποδείξεις. Έβαζε τις φωτογραφίες, κάθε μια που αποκτούσε, σ’ ένα μικρό χαρτόκουτο τυλιγμένες μ’ ένα πανί, να μην τις φάει ο καιρός.
Θα ήμουν 8 ή 9 χρονών. Ένα οστέινο, όμως φροντισμένο κοριτσάκι σε στάση προσοχής να λέει το ποίημα του την 25η Μαρτίου. Το ασπρόμαυρο δεν εμποδίζει το μυαλό να ζωντανέψει την εικόνα. Ανοίγει μπροστά μου ολοζώντανη, ολόκληρη η ανάμνηση με χρώματα και ήχους, λες και δεν πέρασαν τόσες δεκαετίες φορτωμένες αλλοιώσεις.
Φούστα κόκκινη, το ύφασμα κάποτε ήταν βελούδο φόρεμα μας ευτραφέστατης αμερικανίδας. Τόπους - τόπους η αίγλη του βελούδου ξυρισμένη από τη χρήση, ιδιαίτερα στις τσακίσεις. Α, μην το βλέπεις έτσι έλεγε η μάνα, κάνει σαν σχεδιάκι, δεν φαίνεται και άσχημο. 
Το μυαλό ξεστράτισε και πάει στον τόπο και το χρόνο της απόκτησης του εν λόγω φουστανιού. Χωμένο βαθιά σε κάτι στρατιωτικούς τεράστιους σάκους που κείτονταν στο κέντρο της εκκλησίας μετά τη λειτουργία. Ο παπάς έσφαζε το ραμμένο στρατιωτικό σάκο μ’ ένα σουγιαδάκι προσεκτικά να μη χαλάσει το πολύτιμο περιεχόμενο και πλημμύριζε η εκκλησία κλεισούρα και ναφθαλίνη. Σε συνδυασμό με τα υπολείμματα του λιβανιού αναδυόταν μια μυρωδιά που δύσκολα ξεχνάς όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Έβαλε θυμάμαι σε απόσταση όλες τις γυναίκες του χωριού, τα παιδιά κρεμόμαστε απ’ το γυναικωνίτη, για να μπορεί να ελέγχει την κατάσταση ώστε να πάρουν όλοι ότι ταίριαζε στον καθένα. Έχωνε μέσα το χέρι και τραβούσε ανεξέλεγκτα ότι έπιανε. Το σήκωνε ψηλά και τ’ ονομάτιζε. 
Φουστάνι τεράστιο είπε. Κανείς δεν έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον, δεν υπήρχε κανένας χοντρός στο χωριό. Βγήκε μπροστά η μάνα. Όλα τα μεγάλα να τα δώσεις σε μένα παπά. Εγώ μπορώ να τα μεταποιήσω, έχω μηχανή, είπε με καμάρι και να τα φτιάξω για τα παιδιά μου. Ας πάρουν οι άλλοι ότι είναι στα μέτρα τους. 
Αυτό το βρήκε δίκαιο ο παπάς, της έδωσε το κόκκινο φουστάνι και ότι άλλο υπερμέγεθες βρήκε. Βέβαια η μάνα βγήκε κερδισμένη, πήρε τα περισσότερα, μας καλοέραψε όλους. Χαλούσε ένα παντελόνι και έβγαζε δύο για τον πατέρα ή για τ’ αγόρια. Έφτιαξε και ένα δικό της καλοκαιρινό φουστάνι, άσπρο – μπεζ ήταν το φόντο με κάτι μοβ και γαλάζιες τουλίπες. Πόσο όμορφη ήταν μέσα σ’ αυτό το φόρεμα. Το έβαζε και πήγαινε στην εκκλησία κι εγώ την καμάρωνα. Όταν γύριζε, το έβγαζε μην το λερώσει με τις χοντροδουλειές. Τότε εγώ πήγαινα κρυφά και το φορούσα. Γέμιζε το είναι μου από τη μυρωδιά της, πατούσα πάνω στο μπαούλο και προσπαθούσε να με δω στον μισοθολωμένο καθρέφτη.
Η κόκκινη φούστα λοιπόν απλή με μια σουρίτσα στη μέση από το λάστιχο που τη συγκρατούσε με κόπο στην ισχνή μου μέση. Μια μικρή τσέπη με το κουμπί λίγο πάνω από το γόνατο ραμμένη, ίσα για να κρύψει την ετοιμόρροπη σάρκα του βελούδου σ’ εκείνο το σημείο. Βέβαια δεν σταμάτησε εκεί η μετενσάρκωση του τεράστιου κόκκινου βελούδου φουστανιού. Εκτός από τη δική μου φούστα, έφτιαξε τέσσερα μαξιλαράκια με τα υπόλοιπα κομμάτια, συγκολλώντας τα με μαεστρία. Έπλεξε γύρω γύρω μια λευκή δαντελίτσα από ξηλώματα. Στα σημεία που υπέφερε το ύφασμα, κέντησε κάτι ασύμμετρες μαργαρίτες. Καλλιτέχνημα, γεμάτο φαντασία. Στόλιζε τα ντιβάνια, ακουμπώντας τα διαγώνια στον τοίχο, με τρόπο που να φαίνεται καλύτερα το πιο υγιές σημείο του βελούδου.
Η μπλούζα που φορούσα στην εν λόγω φωτογραφία άσπρη, ζεστή παρότι σχετικά λεπτή θυμάμαι, σίγουρα πολυφορεμένη, καλής ποιότητας, απ’ ότι τώρα μπορώ να καταλάβω, με το κλασικό λουλουδάκι της κάλυψης κεντημένο, εκεί στο σημείο περίπου της καρδιάς, για να καμουφλαριστεί μια μικρή τρύπα. Απ’ το τεράστιο βελούδινο φουστάνι κατάφερε ακόμα να δημιουργήσει ένα κόκκινο γιακαδάκι να το κάνει ασορτί με τη φούστα και μια κορδέλα για τα μαλλιά από το ρέλι του φουστανιού. 
Από πάνω θυμάμαι με κουκούλωνε μια χοντρή ολόμαλλη ζακέτα. Στη φωτογραφία ήταν ξεκούμπωτη και λίγο προς τα πίσω να φαίνεται καλά η φούστα και η μπλούζα. Μου τα δίδαξε πριν αρχίσει η γιορτή και με τα νεύματά της την άνοιξα τόσο, όσο. Από αυτή τη ζακέτα θυμάμαι όλα τα στάδια της δημιουργίας της. Έγνεθε με τα χέρια της το μαλλί, κατακαλόκαιρο κάτω από τον πλάτανο που καθόμασταν στη δροσιά του. Έτρεχε ο ιδρώτας της ποτάμι. Τις βάντες τις είχε βάψει στο μεγάλο καζάνι που είχαμε στην αυλή με καρυδότσουφλα και πήραν μια γλυκιά καφέ απόχρωση, αυτή που έχει η σοκολάτα γάλακτος. Μετά θυμάμαι που την έπλεκε για πολύ καιρό. Ήταν χοντρό το μαλλί και δυσκολευόταν με τις βελόνες. Όχι δεν έβαλε χονδρές βελόνες να φύγει το πλεκτό γρήγορα, έβαλε σχετικά λεπτές, να γίνει κρουστό κι ας ήταν δύσκολο στο πλέξιμο, ώστε να μην περνά το κρύο.
Οι κάλτσες ροζ – τριανταφυλλί μέχρι το γόνατο, προερχόμενες και αυτές εξ Αμερικής, αλλά με μια αυτοσχέδια ραφή στο πίσω μέρος, να ενώνονται τα σχέδια εκεί που πρέπει, πατέντα να μην μου πέφτουν τώρα που μου ήταν μεγάλες και με προοπτική να ξηλωθεί η ραφή στην πορεία που θα μεγαλώσω. Εξάλλου για καλές τις είχα, πόσες φορές θα τις φορούσα; 
Τα παπούτσια τα καλά, τα έφερε η μάνα στο σχολείο να τα βάλω μόνο εκείνη την ώρα, για να πω το ποίημα, κι ας μου ήταν μικρά, κι ας μαζευόταν το πόδι μου κουβάρι. Δεν της άρεσε να πάω με τις γαλότσες που φορούσα κάθε μέρα, στη γιορτή του σχολείου. Τα εν λόγω παπούτσια, μου τα είχε στείλει η νονά μου πριν δυο χρόνια, τότε τα έστειλε λέει μπόλικα γιατί το πόδι μεγαλώνει γρήγορα σ’ αυτές τις ηλικίες. Ίσως και δυο νούμερα μεγαλύτερα. Μου έβαζε η μάνα μπαμπάκι στις μύτες για να μη μου βγαίνουν στην αρχή. Τα φορούσα σε όλες τις γιορτές, χειμώνα καλοκαίρι, μετά μου μίκρυναν, ποτέ μου δεν τα χάρηκα, όσο κι αν την παρακαλούσα, ήταν πάντα για καλά. 
Οι δύο κοτσίδες πάνω από τ’ αυτιά, στολισμένες με κορδέλες κόκκινες, απομεινάρια του κουφαριού του κόκκινου βελούδου. 
Στεκόμουνα στο κέντρο της αυτοσχέδιας σκηνής, της φτιαγμένης με θρανία ενωμένα μεταξύ τους, από πάνω στρωμένο ένα ολοπλούμιστο χράμι κεντημένο στον αργαλειό. Μπροστά, στο κάτω μέρος, ένα ύφασμα έκρυβε τα πόδια των θρανίων.
Ο τοίχος πίσω μου στολισμένος με αφίσες, «21η Απριλίου, ζήτω η Ελλάς» και κάποιες για την επέτειο της 25ης Μαρτίου. Χαρτονένια σπαθιά, κουμπούρια και σημαίες μικρές πλαστικές απ’ άκρη σ’ άκρη, λες και ήθελαν να επιβεβαιώσουν κάτι που ήταν υπό αμφισβήτηση.
Αφού καταευχαριστήθηκε η μάνα με τις υποκριτικές μου ικανότητες και τον κατάλληλο στόμφο που απέκτησα από τις πρόβες με το δάσκαλο, μου αποκάλυψε χαρούμενη ότι είπε στον φωτογράφο, ο οποίος εκτελούσε και χρέη οδοντίατρου, ξεδοντιάζοντας την περιοχή με την αποκρουστική τανάλια και περισπούδαστο ύφος, γιατί είχε λέει μάθει στο στρατό να βγάζει δόντια, να βγάλει κι εμένα μια φωτογραφία. Ήθελε να τη βάλουμε σε μια άδεια κορνίζα που είχε φυλαγμένη.
Θυμάμαι τα μάτια της φωτεινά, γεμάτα πληρότητα κι ευχαρίστηση. Πόσο πολύ είχε γεμίσει η μικρή κι άγουρη ψυχή μου, που μπόρεσα να δω τα μάτια της χαρούμενα. Παρότι γενικά ήταν χαμογελαστός άνθρωπος, τα μάτια της πρόδιναν πολλές φορές το πονεμένο μέσα της.
Αφού τελείωσε η γιορτή, ο δάσκαλος μας έβαλε εμάς τα πιο μικρά παιδιά να μαζέψουμε τις σημαιούλες ρολό μια - μια και να τις βάζουμε σε ένα χαρτόκουτο, μαζί με τα χάρτινα σπαθιά και τα ψεύτικα κουμπούρια, για του χρόνου. 
Τα μεγάλα αγόρια της έκτης, έβαζαν τα θρανία στη θέση τους, τα μεγάλα κορίτσια σκούπιζαν την αίθουσα, ώστε να είναι όλα έτοιμα για το αυριανό μάθημα.
Εκεί που κοντεύαμε να τελειώσουμε ώστε να προλάβουμε να παίξουμε για λίγο στο προαύλιο, άρχισε να χτυπάει δυνατά η καμπάνα της εκκλησίας, σε ένα ρυθμό που δεν μου θύμιζε τίποτα γνωστό. Τον πένθιμο ήχο τον ήξερα, τον ήχο για την προσέλευση στην εκκλησία κι αυτόν τον ήξερα, τώρα ήταν κάτι άλλο, δήλωνε κίνδυνο.
Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας και αρχίσαμε να τρέχουμε προς τα έξω, μαζί κι ο δάσκαλος να μάθουμε τι συμβαίνει.
Οι άντρες πεταχτήκανε από τα καφενεία, αντάλλασαν μια κουβέντα μεταξύ τους και κατευθύνθηκαν γρήγορα προς τα σπίτια.
-Τι είναι, τι συμβαίνει ρώτησε ο δάσκαλος τον παπά, γιατί η εκκλησία ήταν δίπλα στο σχολείο.
-Κοπάδια άγια άλογα κυνηγημένα από λύκους δάσκαλε, έπεσαν στο χωριό. Είναι αφηνιασμένα και επικίνδυνα. Παρασέρνουν ότι βρουν μπροστά τους, φράχτες, κήπους, ακόμα και καλύβια. Είναι πολλά και αγριεμένα. Στείλε γρήγορα τα παιδιά στα σπίτια τους. Ακούγεται μακριά η βοή τους, αλλά τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα. Όσα απ’ αυτά μένουν μακριά κράτησε τα μέσα στο σχολείο. Ο άνδρες πάνε να πάρουν τις καραμπίνες, να γίνουν ομάδες ν’ αναχαιτίσουν την πορεία τους. Αν μπορέσουν και ξεπέσει κανένα μόνο του θα το πιάσουν μήπως το ημερέψουν.
Ο συγκεκριμένος ήχος απ’ τη σφυρίχτρα του δάσκαλου ακούστηκε έντονος και αυστηρός.
Πόπη Αρωνιάδα

~~~~~~~~~~~


* Από την Πόπη Αρωνιάδα -με τέσσερις ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό της που παλαιότερα έχουμε αναφερθεί εκτενέστερα- σήμερα μάθαμε ότι την άλλη εβδομάδα κυκλοφορεί το πρώτο της μυθιστόρημα με τον τίτλο "Οι Δίδυμες" από τις εκδόσεις Ροδακιό.   Σε λίγες μέρες  θα έχουμε την χαρά να το παρουσιάσουμε....
Καλοτάξιδο να είναι και με πολλές εκδόσεις!!!
Πάνος Αϊβαλής
δημοσιογράφος