~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
................ Επιμέλεια Σελίδας: Πάνος Αϊβαλής, υπεύθυνος έκδοσης του περιοδικού "Ύφος", ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: kepeme@gmail.com...............
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η Φωτό Μου
Ξεφυλλίζοντας... με τον Πάνο Αϊβαλή

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

«Η λογοτεχνία του Φώτη Κόντογλου: σταθμοί ή αφετηρίες για τον σχολιασμό της»

 της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου*

«Η λογοτεχνία του Φώτη Κόντογλου: σταθμοί ή αφετηρίες για τον σχολιασμό της» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου




«Ο Κόντογλου είναι ο ένας από τους τρεις, μόνους, πραγματικά μεγάλους Έλληνες του Μεσοπολέμου, μαζί με τον ποιητή Καρυωτάκη και τον ζωγράφο Παρθένη. Αν παλιότερα είχαμε τον Σολωμό, τον Παπαδιαμάντη και τον Καβάφη, στο Μεσοπόλεμο οι πραγματικά Μεγάλοι ήταν, το ξαναλέω, αυτοί μόνοι οι τρεις: Καρυωτάκης, Παρθένης και Κόντογλους.»(Νίκος Εγγονόπουλος, «Για τον Κόντογλου», Πεζά Κείμενα, ύψιλον/βιβλία, 1987, σελ.67)

Η Έλλη Βοΐλα-Λάσκαρη είχε κάνει στο παρελθόν την ακόλουθη άκρως ενδιαφέρουσα παρατήρηση: «Όταν σκέφτομαι τον Κόντογλου και θέλω να τον παρομοιάσω μ’ ένα σχήμα γεωμετρικό, πάντα μού έρχεται στη μνήμη μου ο κύκλος ή η σφαίρα, διότι αυτός ο άνθρωπος είχε μιαν ενότητα στη σκέψη, στην ομιλία, στη ζωή του και στην εργασία του. […] Μιλούσε όπως έγραφε, ζωγράφιζε όπως μιλούσε και έγραφε και σκεπτόταν, και η ζωή του ήταν το ίδιο».[1] Τα παραπάνω μάς παραπέμπουν σε κάποιες «εμμονές» του ανθρώπου Κόντογλου, οι οποίες βρίσκονται καταγεγραμμένες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και στο συγγραφικό έργο του και στις οποίες πρέπει, αλλά και δεν μπορεί παρά, να σταθεί οποιαδήποτε κριτική αποτίμηση, συνολική ή επιμέρους. Από τις εν λόγω εμμονές εδώ θα εστιάσουμε στις τρεις ίσως πιο σημαντικές, οι οποίες βρίσκονται, μάλιστα, σε άμεση συνάρτηση ή μία με την άλλη: α) ο ποιητής/συγγραφέας ως ζωγράφος, β) η αποστολή της Τέχνης, γ) ο γενέθλιος τόπος.
(α) Στον «Επίλογο» της Βασάντα διαβάζουμε, μεταξύ άλλων: «Ο ποιητής είναι ανάγκη, δίχως άλλο, να ’χει χαρίσματα ζωγράφου. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς βρίσκουνται άνθρωποι που δεν το ’χουν εννοήσει. Στην τέχνη του συγγραφέα χρειάζεται να γίνει ζουγραφιά το κάθε τι, είτε αίστημα είναι, είτε σκέψη. Για τούτο και τα πρώτα έργα της ανθρωπότητας, και γενικά τα μεγαλύτερα, είναι γιομάτα π α – ρ ο μ ο ι ώ σ ε ι ς»[2].
Και, βέβαια, το έργο του ίδιου του Κόντογλου είναι «γιομάτο παρομοιώσεις», είτε αυτές εννοούνται ως το γνωστό σχήμα λόγου (οι δικές του παρομοιώσεις, μάλιστα, θυμίζουν έντονα τις ομηρικές παρομοιώσεις στον τρόπο διατύπωσης· διαβάζουμε, επί παραδείγματι, στον «Θρηνητικό πρόλογο» του Το Αϊβαλί η πατρίδα μου: «Το πουλί το θαλασσοδαρμένο, πώς βρίσκει έναν βράχο μέσα στο πέλαγο και κάθεται και στεγνώνει τα φτερά του, έτσι βρίσκουμαι κ’ εγώ σε τούτα τα χώματα»), είτε αυτές εννοούνται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, όπου η συσχετιζόμενη ιδιότητα δεν αφορά σε μεμονωμένα πρόσωπα, πράγματα ή αφηρημένες έννοιες, αλλά αναφέρεται σε «μία “αρχετυπική” πραγματικότητα»[3].
Από τις τρεις κατηγορίες, εκείνη των λογοτεχνών που ζωγραφίζουν, εκείνη των ζωγράφων που γράφουν και εκείνη όπου στη δημιουργική δραστηριότητα του καλλιτέχνη οι δύο τέχνες λογαριάζονται ισότιμες, ο Κόντογλου τοποθετείται στην τελευταία.
Τη συλλειτουργία των δύο τεχνών, της ζωγραφικής και της αφηγηματικής, στο πεζογραφικό έργο του Φώτη Κόντογλου έχει εξετάσει ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος, ο οποίος βασίζει το μελέτημά του στους ακόλουθους άξονες[4]: Από τις τρεις κατηγορίες, εκείνη των λογοτεχνών που ζωγραφίζουν, εκείνη των ζωγράφων που γράφουν και εκείνη όπου στη δημιουργική δραστηριότητα του καλλιτέχνη οι δύο τέχνες λογαριάζονται ισότιμες, ο Κόντογλου τοποθετείται στην τελευταία. Επίσης, από τους τέσσερις θεμελιώδεις τρόπους σύνθεσης ή οργάνωσης του έργου τέχνης, τον χρησιμοθηρικό, τον εξηγητικό, τον θεματικό και τον αναπαραστατικό, ο τρόπος σύνθεσης των αφηγημάτων του Κόντογλου θεωρείται ότι ανήκει στον συμβολικό (και όχι στον μιμητικό) τύπο του αναπαραστατικού τρόπου. «Πρόκειται για ένα είδος μεταφυσικού ρεαλισμού», γράφει ο Αθανασόπουλος, «που στηρίζεται σε μια λειτουργία της αναπαράστασης σύμφωνα με την οποία οι φυσιογνωμίες και οι εικόνες γίνονται πειστικές χωρίς να είναι αντικειμενικά ρεαλιστικές […] Στην υπηρεσία της πειστικότητας της αφήγησής του ο Κόντογλου θέτει ορισμένα αφηγηματικά μέσα που τη χαρακτηρίζουν με τρόπο καθοριστικό: την αναφορικότητα και την εικονογράφηση». Στο σημείο αυτό, και όσον αφορά στο αφηγηματικό μέσο της αναφορικότητας, ο Αθανασόπουλος δεν συνδέει το έργο του Κόντογλου με το αίτημα της αληθοφάνειας που οδήγησε κατά τον 18ο αιώνα στην προσπάθεια αληθοφανοποίησης του μυθιστορήματος[5], με τεχνάσματα όπως αυτό της εύρεσης χειρογράφων, αλλά θεωρεί ότι: «Η συνήθεια της αναφοράς της αφήγησης σε μια άλλη, προγενέστερη διήγηση αντιστοιχεί σε εκείνη την αρχή της αγιογραφικής τέχνης, σύμφωνα με την οποία οι νέες εικόνες μορφώνονται από τις παλαιότερες ακολουθώντας ένα αρχέτυπο που διαμορφώθηκε σταδιακά, κατορθώνοντας έτσι τον συνδυασμό της διατήρησης της παράδοσης με την ανανέωσή της». Ως προς το δεύτερο αφηγηματικό μέσο, αυτό της εικονογράφησης, ο Αθανασόπουλος θεωρεί ότι «υπηρετεί δύο βασικές αξίες της αφήγησης, που και αυτές τέθηκαν από τον Κόντογλου στην υπηρεσία της πειστικότητας: την αυθεντικότητα και την απλότητα που λειτουργεί ως ισοδύναμο της πρώτης». Καταλήγει δε ο κριτικός ότι όλα τα μέσα τα οποία χρησιμοποιεί ο Κόντογλου για να πετύχει την απλότητα «υπερβαίνουν το στενό πλαίσιο της προσωπικής αφηγηματικής τεχνικής του και γίνονται γι’ αυτόν αισθητικές αρχές […] συγκροτώντας τελικά μια ιδιότυπη ποιητική», η οποία καθορίζει «εξίσου το πεζογραφικό και ζωγραφικό έργο του». Η ανάλυση του τρόπου με τον οποίο εκδηλώνεται αυτή η ποιητική στα θέματα και την τεχνική της αφήγησης οδηγεί στην διαπίστωση του σκοπού της αληθινής τέχνης κατά Κόντογλου, που αποτελεί και τη δεύτερη από τις «εμμονές» τις οποίες εξετάζουμε εδώ.
(β) «Για μένα, ο καλλιτέχνης έχει τη ζωηρή εντύπωση πως ζει μέσα σ’ ένα άπειρο. Έτσι μονάχα βγαίνει όξω από τα στενά σύνορα της εποχής και της πατρίδας, και υψώνεται στο μοναδικό τύπο, που ζει μες στον αιθέρα της απόλυτης ελευθερίας. Σφραγίζεται με μιαν αιώνια βούλα. Δεν μπορεί να ’ναι από κείνους που περνούν απάνου από τη γης, κρατώντας τα μάτια κλεισμένα στην πλούσια διακοσμητική ποικιλία του κόσμου, ολόκληρης της γης και τ’ ουρανού».[6] «Η τέχνη είναι χάρισμα μεγάλο, είναι όμως και χρέος μεγάλο. Αγώνας μέγιστος και έσχατος! Πρόσεχε λοιπόν να μην προδώσεις αυτό το μεγάλο αξίωμα που σου δόθηκε. Μα, αν είσαι αληθινός τεχνίτης, δε θα το προδώσεις, γιατί, με το να είσαι τέτοιος, θε να ’σαι τίμιος όσο κανένας άνθρωπος, κι αξιοπρεπής δίχως να ’σαι ακατάδεχτος, κι απάνου σου θα τσακίζουνται οι σαγίτες της κολακείας, και θα χαίρεσαι σε περιστάσεις που άλλοι κλαίνε κι απελπίζουνται και ζητάνε παρηγοριά στα μικρά και στα τριμμένα, μ’ έναν λόγο, αν είσαι αληθινός τεχνίτης, δε φοβάσαι Θάνατο».[7]
Τα παραπάνω λόγια του Φώτη Κόντογλου επιβεβαιώνουν τόσο τα συμπεράσματα του Αθανασόπουλου για το έργο του –«Σκοπός της αληθινής τέχνης [κατά τον Κόντογλου] είναι να μεσολαβεί ανάμεσα στα δεδομένα των αισθήσεων του ανθρώπου και στα πράγματα, ανάμεσα στον κόσμο των φαινομένων και στην πραγματικότητα, και να αφυπνίζει όσα αδρανούν μέσα στη συνείδηση του ανθρώπου»[8]– όσο και τα συμπεράσματα του Παναγιώτη Μαστροδημήτρη: «[…] Όλα αυτά ικανοποιούν μια βασική –την κυριότερη ίσως– απαίτηση του χριστιανού Κόντογλου από τη λογοτεχνία. Την απαίτηση του απρόσωπου και του συναισθηματικά ουδέτερου ατόμου που έχει αποσβέσει τον εαυτό του στην αφοσίωσή του προς τον Θεό. […] Συντονίζεται έτσι με όλο εκείνο το κύμα της ανανέωσης της ορθοδοξίας που εμφανίστηκε στην Ευρώπη από τους Ρώσους θεολόγους της διασποράς και που κατά τα τελευταία χρόνια προκάλεσε τόσες συζητήσεις και έργα και στον τόπο μας. […] στα τελευταία έργα του εγκαταλείπει τη λογοτεχνική ομορφιά και αφοσιώνεται στη θρησκευτική αλήθεια. Τα έργα του τώρα είναι παραφράσεις συναξαρίων και αγιολογικών κειμένων […] Η κατάληξη αυτή αντιπροσωπεύει ό,τι θα αποκαλούσαμε τελική βίωση της αιωνιότητας για τον Κόντογλου, τελική ανακαίνιση της ζωής του ανθρώπου και μεταβολή της χοϊκής του υπόστασης»[9]. Υπενθυμίζω εδώ ότι και ένα από τα πρώτα κείμενα που έγραψε ο Κόντογλου (με μαρτυρημένη αφετηρία του συγγραφικού του έργου το 1919 και δεδομένων των δύσκολων χρόνων που ακολούθησαν) ήταν το «Μαρτύριον του Αγίου Γεωργίου του Χιοπολίτου» (ενταγμένο τώρα στο Το Αϊβαλί η πατρίδα μου) το 1927· και αυτός ο κύκλος έκλεισε εκεί από όπου ξεκίνησε.
(γ) «Μα εγώ δε θα σ’ αρνηστώ ποτές, Γερουσαλήμ! Να χάσω το φως μου αν σε ξεχάσω, να ψάχνω με το ραβδί και να μη βρεθεί τοίχος να μου δείξει το δρόμο, κι ούτε πονετικός διαβάτης να με χειροκρατήσει». Αυτά γράφει ο Κόντογλου για την αγαπημένη του γενέθλια γη, παραφράζοντας τον Ψαλμό 136 από την Παλαιά Διαθήκη (τον οποίο και έχει μεταφράσει ολόκληρο και τον έχει εντάξει στις «Δοκιμές για μετάφραση» τηςΒασάντα)[10], στον «Θρηνητικό πρόλογο» του Το Αϊβαλί η πατρίδα μου.
Γράφτηκε[11] ότι «Τοπείο και άνθρωπος, όπως ήταν ο Φώτης Κόντογλου, αποτελούσαν μια συνύπαρξη μοναδική και αδιαίρετη», κάτι που διαπιστώνεται, καταρχήν, και στο «Μοιρολόγι» και τη σύντομη εισαγωγή του: «Μοιρολογώ την κουρσεμένη πατρίδα μου, τ’ Αϊβαλί της Μικράς Ασίας, και μαζί τη ζεστή φωλιά μου, το υποστατικό που ζούσα αποτραβηγμένος. Ήτανε ένα βραχόβουνο, μια χερσόνησο, που μ’ αφήσανε κληρονομιά οι μπαρμπάδες μου· είχανε ζήσει και πεθάνει απάνου κει πάππου-προσπάππου, καλογέροι οι πιο πολλοί. Ζήσανε ήσυχα και φυσικά, έχοντας τα πρόβατά τους, τα χωράφια τους, τ’ αμπέλια τους και το ’να και τ’ άλλο τους. Δεν είναι τώρα καλή στιγμή κ’ εύκαιρη θέση για να πω το τι ήτανε αυτό το νησί, τι λογής ζωή περνούσανε οι ανθρώποι του, τι ομορφιές πέρα από κάθε φαντασία το στολίζανε, τι ανθρώποι της στεριάς και της θάλασσας το κατοικούσανε, τις παράξενες ιστορίες τους, τις φουρτούνες, τις ανεμοζάλες που το δέρνανε – και την αθόλωτη ευτυχία πόβγαινε απ’ όλα του. Τώρα, στο μοιρολόγι που γράφω, κλαίγω για το χαμό του, μα το πόσο πονώ, καταλαβαίνω πως δε θα μπορέσω να το πω με λόγια ποτές μου»[12]. Η παραπάνω διαπίστωση, βέβαια (του Πάνου Βαλσαμάκη), επιβεβαιώνεται αμέτρητες, πραγματικά, φορές, ακόμα κι αν απλώς διατρέξει κανείς τις σελίδες του Α’ τόμου των Έργων του Κόντογλου (από τις Εκδόσεις Παπαδημητρίου), που έχει τον τίτλο Το Αϊβαλί η πατρίδα μου (και εκδόθηκε πρώτη φορά το 1962, συγκεντρώνοντας κείμενα των οποίων ο χρόνος συγγραφής ποικίλλει), αλλά και τον Ε’ τόμο, με τον τίτλοΠέδρο Καζάς, Βασάντα και άλλες ιστορίες, και ιδιαίτερα τα δύο πρώτα έργα, που είναι εκείνα με τα οποία ο Κόντογλου άρχισε τη λογοτεχνική σταδιοδρομία του, το 1919 και το 1923 αντίστοιχα.
Πιο συγκεκριμένα, στο Το Αϊβαλί η πατρίδα μου, οι περιγραφές ή οι απλές αναφορές των τοπωνυμίων και των ανθρώπων που ζούσαν εκεί, αλλά και των συναισθημάτων και των σκέψεων του συγγραφέα για τη ζωή στην ιδιαίτερη πατρίδα του επανέρχονται τόσο πολλές φορές, ώστε και η λέξη «εμμονή» ίσως να μην είναι αρκετή για να αποδώσει την αλήθεια αυτής της απίστευτα επίμονης επανάληψης. Ο συγγραφέας, μάλιστα, συχνά απευθύνεται άμεσα στον αναγνώστη, ως ένας αυτοβιογραφικός αφηγητής ο οποίος, παρουσιάζοντας παράλληλα το έμψυχο και άψυχο περιβάλλον του (αν υπήρχε κάτι άψυχο για τον Κόντογλου κάτω από το μάτι του Θεού), παρουσιάζει και τον εαυτό του, «επιτυγχάνοντας μία, τρόπον τινά, εμψύχωση της γραφής σεζωγραφία, δηλαδή τη μετατροπή της σε εικόνα ζώσας φύσεως»[13].
Αλλά οι αυτοδιακειμενικές σχέσεις υφίστανται και με συγκείμενα άλλων έργων, όπως αναφέρθηκε, για παράδειγμα με τον Πέδρο Καζάς και τη Βασάντα. Στον «Πρόλογο» του πρώτου, γίνεται εκτεταμένη αναφορά στον γενέθλιο τόπο του από τον Κόντογλου, όπως επίσης (γίνεται αναφορά) και στον Ροβινσόνα Κρούσο του Δανιήλ ντι Φόου (sic)· ο Κόντογλου έχει, μάλιστα, αλλού παραλληλίσει το νησί του Ροβινσόνα με το δικό του (βλ. Α’ τ., σσ.266-281). Οι πιο ενδιαφέρουσες, ωστόσο, από λογοτεχνική άποψη, είναι οι αυτοδιακειμενικές σχέσεις που συνδέουν τα, ουσιαστικά, αυτοβιογραφικά κείμενα του πρώτου τόμου για το Αϊβαλί με κάποια από τα κείμενα της Βασάντα και, κυρίως, με τις πέντε πιο ιδιόρρυθμες από τις ιστορίες της. Γιατί, «Το Νησί του Διαόλου» (Βασάντα) δεν μπορεί παρά να είναι «του Δαιμόν’ η Τράπεζα» στη θάλασσα του Αϊβαλιού και εκεί παραπέμπουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, και τα τέσσερα σύντομα κείμενα που το ακολουθούν. Αλλά αναφορές στο Αϊβαλί γίνονται και στα κείμενα «Ένα γράμμα» και «Ωσαννά».
Η παρομοίωση του Φώτη Κόντογλου από την Έλλη Βοΐλα-Λάσκαρη με το γεωμετρικό σχήμα του κύκλου αποδεικνύεται, τελικά, επιτυχής (εκτός του ότι είναι και εξαιρετικά πνευματώδης, εφόσον πρόκειται για έναν ζωγράφο/συγγραφέα ο οποίος τόσο πολύ εκτιμούσε τις παρομοιώσεις) και για έναν ακόμη λόγο: ο κύκλος αναπαριστά μια εξελικτική πορεία η οποία, από τη στιγμή που θα ολοκληρωθεί[14], στη συνέχεια, περνά κάθε φορά από τα ίδια σημεία, περιστρεφόμενη πάντα γύρω από το ίδιο κέντρο. Ένα τέτοιο δημιουργικό έργο παραπέμπει στην πνευματική διακονία την οποία επιτελεί στην εκκλησία το εκάστοτε δείγμα τής ορθόδοξης εικονογραφίας: «Εις την λειτουργικήν εικόνα τα άγια πρόσωπα εικονίζονται εν αφθαρσία. Δι’ αυτήν την αιτίαν η λειτουργική τέχνη δεν αλλάζει κάθε τόσον μαζί με τα άλλα ανθρώπινα πράγματα, αλλά είναι αμετακίνητος»[15].
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Βλ. στο περ. Διαβάζω, Αφιέρωμα: Φώτης Κόντογλου, τεύχ. 113, 27.2.85, σελ.58. 
[2] Βλ. στο Φώτη Κόντογλου Έργα, τόμος Ε’, Πέδρο Καζάς, Βασάντα κι άλλες ιστορίες, Γ′ έκδοση, 1986, Εκδοτικός οίκος «Αστήρ» Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, σελ.235.
[3] Βλ. σχετικά στο Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Οι μάσκες του ρεαλισμού. Εκδοχές του νεοελληνικού αφηγηματικού λόγου, Β’ τόμος, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2003, στο μελέτημα εκεί με τον τίτλο: «Ζωγραφική και αφηγηματική τέχνη: η δυνατότητα ερμηνείας του αφηγηματικού έργου του Φώτη Κόντογλου στη βάση της συλλειτουργίας των δύο τεχνών», σσ.209-225/ εδώ,σελ.219.
[4] Για τα παρακάτω, βλ. στο Βαγγέλης Αθανασόπουλος ό.π., σσ.209-225.
[5] Βλ. σχετικά στο Γρηγόρης Πασχαλίδης, Η ποιητική της αυτοβιογραφίας, Εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα, 1993, σελ.137. 
[6] Βλ. στο Φώτη Κόντογλου Έργα, τόμος Ε’, ό.π., σελ.16.
[7] Βλ. ό.π., σσ.78-79.
[8] Βλ. στο Βαγγέλης Αθανασόπουλος ό.π., σελ.219.
[9] Βλ. στο περ. Διαβάζω, ό.π., στο δοκίμιο εκεί του Π.Δ. Μαστροδημήτρη, «Για το πεζογραφικό έργο του Φώτη Κόντογλου», σσ.20-30/ εδώ, σσ.23, 25-26.
[10] Σχετικά με το διακειμενικό ταξίδι του συγκεκριμένου Ψαλμού, βλ. το δοκίμιο με τον τίτλο «Tο ταξίδι κάποιων στίχων μέσα στον Χρόνο και στα (παρα)κείμενα ως επιβεβαίωση της “εκ γενετής” παγκοσμιότητας του λογοτεχνικού φαινομένου», στο Σταυρούλα Γ. Τσούπρου, Δοκιμές Ανάγνωσης. Ερευνητικές Εργασίες και Μελέτες για συγκεκριμένα ποιητικά, πεζογραφικά και θεατρικά έργα (μεταξύ άλλων, των: Γιώργου Θεοτοκά, Νίκου Εγγονόπουλου, Νίκου Καζαντζάκη, Γιώργου Σεφέρη, Μ. Καραγάτση, Γιάννη Σκαρίμπα, Γουΐλλιαμ Φώκνερ, Στρατή Τσίρκα) αλλά και για ευρύτερα θεωρητικά ζητήματα, Πρόλογος: Μ. Γ. Μερακλής, Εκδόσεις Γρηγόρη, 2014, σσ.111-122.
[11] Βλ. στο περ. Διαβάζω, ό.π., σελ.55· τα λόγια ανήκουν στον Πάνο Βαλσαμάκη.
[12] Βλ. στο Φώτη Κόντογλου, Έργα, τόμος Α’, Το Αϊβαλί η πατρίδα μου, Θ’ έκδοση, Εκδόσεις Παπαδημητρίου, Αθήνα, 2001, σελ.74.
[13] Βλ. στο Γρηγόρης Πασχαλίδης, ό.π., σελ.146.
[14] Βλ. σχετικά όσα γράφει ο Παναγιώτης Μαστροδημήτρης για τη διετία 1944-1945 ως «όριο» στην εξέλιξη του Κόντογλου ως πεζογράφου, στο περ. Διαβάζω, ό.π., σελ.29. 
[15] Βλ. στο Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας, συγγραφείσα υπό Φωτίου Κόντογλου, αγιογράφου, εκδοτικός οίκος «Αστήρ», Αθήναι, 1960, στο προοίμιο του α’ τ., σσ. ιε’-ιη’. Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, αυτό που γράφει ο Κώστας Σαρδελής για τον Φώτη Κόντογλου: «[…] χωρίς ορθόδοξη παιδεία, είναι αδύνατο να τον κατανοήσουμε»· βλ. στο Κώστας Σαρδελής,Νεοέλληνες και Νεοελληνικά, Εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα, 2003, σελ.215 – στο εν λόγω μελέτημα του Κώστα Σαρδελή, με τον τίτλο «Φώτης Κόντογλου: Ο άνθρωπος και ο λογοτέχνης», υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία.

* http://diastixo.gr/arthra/4606-kontoglou

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Αρης Μαραγκόπουλος: Αν ο Πικάσο είναι όλη η ζωγραφική, ο Τζόις είναι όλη η λογοτεχνία

maragkopoylos.jpg

Ο συγγραφέας, ο μεταφραστής και εκδότης Αρης Μαραγκόπουλος
 | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
Συντάκτης: Αρης Μαραγκόπουλος
ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ...
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
Βιβλία στο προσκέφαλο
Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.
Ο συγγραφέας, ο μεταφραστής και εκδότης Αρης Μαραγκόπουλος ανακεφαλαιώνει τα βιβλία που τον διαμόρφωσαν ως αναγνώστη, ως συγγραφέα, ως πολίτη. Από τον «Εραστή της λαίδης Τσάτερλι» και το «Κατά Σαδδουκαίων» έως τον Λαφάργκ, τον Τζόις και τον Τσίρκα, ο δημιουργός του «Χαστουκόδεντρου» επιβεβαιώνει τις εμμονές του -μέσα κι έξω από τις σελίδες- προτείνοντας μια ερεθιστική βιβλιοφιλική διαδρομή
Διάβασα τον Eραστή της λαίδης Τσάτερλι του Nτέιβιντ Χέρμπερτ Λόρενς, στα δώδεκα-δεκατρία μου, ως απόκρυφο ευαγγέλιο. Η άνευ όρων πλήρωση της ερωτικής επιθυμίας, ως δυναμική, απελευθερωτική διαδικασία, θεμελίωσε έκτοτε μια από τις βασικές ηθικές αρχές μου.
Την ίδια περίπου εποχή, ο θείος μου Μιχάλης Κατσαρός σχεδίασε μπροστά στα παιδικά μου μάτια μια σκαμπρόζικη αφιέρωση στους γονείς μου, σε αντίτυπο του Κατά Σαδδουκαίων. Δεν εγκατέλειψα ποτέ τα ποιήματά του, πιο σωστά: εκείνα δεν με εγκατέλειψαν ποτέ. (Πενήντα χρόνια μετά, αυτά τα δύο βιβλία της πρώιμης μαθητείας «πρωταγωνίστησαν» στο Χαστουκόδεντρο. Διόλου τυχαίο.)
Πρωτοετής στο θλιβερό ελληνικό Πανεπιστήμιο κράτησα με συγκίνηση στα χέρια μου την Αναγκαιότητα της Τέχνης του Ερνστ Φίσερ και μαζί τον Picasso του Χανς Γιαφέι: υπήρξαν το εφαλτήριο για τις μεταπτυχιακές σπουδές μου, την κριτική μου ματιά στον κόσμο και τη διά βίου εμπλοκή μου με την τέχνη.
Σ' αυτά σύντομα προστέθηκε μια σειρά από κλασικά «αναγνωστικά» της εικαστικής εικόνας που όξυναν καταλυτικά το αισθητικό μου κριτήριο: το Τhe meaning of Art του Χέρμπερτ Ριντ, το Meaning in the Visual Arts του Ερβιν Πανόβσκι και το Principes Fondamentaux de l' Histoire de l' Art του Χάινριχ Βέλφλιν – όπως και τρία ακόμα, πιο «ρηξικέλευθα» βιβλία στην ίδια κατεύθυνση: το Ways of Seeing του Tζον Μπέργκερ, το The Medium is the Massage των Μακ Λιούαν και Κουέντιν Φιόρε και το On photography της Σούζαν Σόνταγκ.
Ο Ερνστ Φίσερ, και αργότερα ο Αρνολντ Χάουζερ (με τη χρηστικότατη σειρά της Κοινωνικής Ιστορίας της Τέχνης) με οδήγησαν στον Βάλτερ Μπένγιαμιν και στο προφητικό The work of art in the age of mechanical reproduction, καθώς και στον διδακτικότατο Αντόρνο των Minima Moralia.
Αλλά, εννοείται, αυτών των δασκάλων προηγήθηκαν οι Μαρξ και Ενγκελς. Μερικοί τους διαβάζουν ακόμα όπως οι ΙSIS το Κοράνι. Εγώ δεν το έκανα ποτέ. Ωστόσο βιβλία όπως η Γερμανική Ιδεολογία και τα Χειρόγραφα του 1844, ειδικά σήμερα, μετά την ιστορική εμπειρία του (μη) υπαρκτού σοσιαλισμού αλλά και την παγκοσμιοποιημένη βαρβαρότητα της ΤΙΝΑ, τροφοδοτούν τη σκέψη μου.
Το καλοκαίρι του 1967, με ορισμένη γνώση της αρχαίας ελληνικής και τρυφερή αγάπη για την ομηρική Οδύσσεια, γνωρίστηκα με το επικό Ulysses του Τζόις. Για μένα, αν ο Πικάσο είναι όλη η ζωγραφική ο Τζόις είναι όλη η λογοτεχνία. Μέσα από εκείνον διέτρεξα και απόλαυσα σχεδόν όλο το αγγλοσαξονικό παράδειγμα, από τον λαϊκό Τσόσερ και τον λαϊκότατο, αγαπημένο Σέξπιρ ώς τον Τ.Σ. Ελιοτ.
Απεχθάνομαι όσους γράφουν «κατά τον τρόπο» κάποιου άλλου (πιστεύω ότι απέφυγα αυτό το ατόπημα). Αλλά ο Τζόις είναι ζυγός ακριβείας για να κρίνεις τις αναγνώσεις και τις προσωπικές σου επιδόσεις. Ο Τζόις διαβάζεται σε ανοιχτό διάλογο με όλη τη βιβλική, την αρχαία και την κλασική ευρωπαϊκή παράδοση – που απλά σημαίνει: Ο Τζόις είναι το Σχολείο: η βασική, η μέση και η ανώτατη εκπαίδευση.
Στην πορεία, γνώρισα τον Αυστριακό συνεχιστή του Ιρλανδού, τον Χέρμαν Μπροχ (το Τhe Death of Virgil είναι ίσως το πιο σημειωμένο βιβλίο μου και οι Υπνοβάτες από τα πιο «οικεία»). Τα βιβλία του, καθώς και εκείνα των συμπατριωτών του, Πίτερ Χάντκε και Τόμας Μπέρνχαρντ, μου στάθηκαν φύλακες άγγελοι σε κρίσιμες «μάχες» με τις συγγραφικές μου προθέσεις.
Μην παρεξηγηθώ, δεν αποστέργω τους Ελληνες. Το αντίθετο. Η δαντική (πλην προκλητικά ανοιχτή σε αναγνώσεις) Γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού, ο Βιζυηνός, ο Ροΐδης, ο Παπαδιαμάντης, ο Μητσάκης, ο Θεοτόκης, ο Καρυωτάκης, ο Κοσμάς Πολίτης, η Αξιώτη, ο Σεφέρης, ο Πεντζίκης, ο Αναγνωστάκης, ο Εγγονόπουλος, ο Εμπειρίκος, ο Χατζής, ο Αρης Αλεξάνδρου, ο Βασιλικός, ο Νόλλας και φυσικά ο Τσίρκας (που στη Μανία με την Ανοιξη δοκίμασα να αποδώσω τα οφειλόμενα) συγκρότησαν με τα χρόνια, οι περισσότεροι με το σύνολο του έργου τους, τη μητρίδα όπου αναζητώ το στίγμα μου.
Τους αισθάνομαι οικογένειά μου· ποιο βιβλίο, ποιον δημιουργό να ξεχωρίσω, αυτοί με μεγάλωσαν, με αυτούς ανδρώθηκα, για όλους έχω γράψει πράγματα, σ' αυτούς οιονεί επιστρέφω.
Την εκλεκτική συγγένεια με συγγραφείς και βιβλία, τελικά, καθορίζουν οι ζωτικές ανάγκες του βίου. Γι' αυτό και τελευταίο άφησα το έργο που ανέκαθεν εμπνέει τις εμμονές μου: Le Droit à la paresse του Πολ Λαφάργκ. Με τον αξεπέραστο έως σήμερα, τον σχεδόν ερωτικό, κοινωνικό ριζοσπαστισμό του, που εξίσου ενοχλεί αριστερούς και δεξιούς μικροαστούς, αυτός ο μικρός τόμος τρέφει σταθερά τις όποιες ουτοπίες μου.
Ο Πολ και η γυναίκα του Λόρα Μαρξ, ο διαρκής αγώνας τους, το «δικαίωμά» τους να επιλέξουν τον πρόωρο θάνατο με συντροφεύουν πάνω από τέσσερις δεκαετίες. Δεν υπάρχει βιβλίο μου που να μην περιέχει κάποια, έστω και αμυδρή, νύξη σ' αυτούς τους διά βίου συντρόφους και στο κοινό τους έργο. Η συγγενική μου σχέση μαζί τους λογικά αποδεικνύεται στο μυθιστόρημα που δουλεύω τα τελευταία χρόνια.
Τελευταίο βιβλίο του Α. Μαραγκόπουλου είναι η αναθεωρημένη έκδοση της νουβέλας «Τα δεδομένα της ζωής μας» (Εκδ. Τόπος, 2015)
________________

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Λεωνίδας Εμπειρίκος: «Οι φωτογραφίες του πατέρα μου είχαν σχέση με την ποίησή του»

Πολιτισμός



Ο Λεωνίδας Εμπειρίκος μιλάει στη Φωτεινή Λαμπρίδη και τον Θανάση Μήνα με αφορμή την έκθεση Ο φωτογράφος Ανδρέας Εμπειρίκος, που εγκαινιάστηκε την Τρίτη στο Μουσείο Γουναρόπουλου.

Την έκθεση «Ο φωτογράφος Ανδρέας Εμπειρίκος» θα παρουσιάσει το Μουσείο Γ. Γουναρόπουλου, από 4 Νοεμβρίου έως 2 Δεκεμβρίου.
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, εισηγητής της σουρεαλιστικής ποίησης και της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα, υπήρξε «μανιώδης φωτογράφος», όπως τον χαρακτήριζαν οι φίλοι του. Στην έκθεση θα παρουσιαστούν εβδομήντα περίπου από τις χιλιάδες ασπρόμαυρες καλλιτεχνικές του φωτογραφίες, κυρίως σκηνές της καθημερινής ζωής, τοπία και συνθέσεις.
Ο Εμπειρίκος προσεγγίζει τη φωτογραφία με την ευαισθησία και τη ματιά του υπερρεαλιστή και του ψυχαναλυτή, δημιουργώντας σύνθετες εικόνες ιδιαίτερης αισθητικής αξίας. Όπως ο ίδιος έλεγε «Μία φωτογραφία ζει, έχει ολόκληρη δική της δράσι, συνυφασμένη με την ζωή του θεατή, όπως ένα φλουρί, ένα κρύσταλλο, ή ένα γάντι».
«Με τη δεξιοτεχνία και την επιμονή μανιακού»
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ασχολήθηκε συστηματικά με τη φωτογραφία, φέρνοντας, κατά τον Ελύτη, εις πέρας το έργο του «με τη δεξιοτεχνία και την επιμονή μανιακού». Ως «μανιώδη φωτογράφο» τον χαρακτήρισε, επίσης, ο φίλος του, Δ. Ι. Πολέμης. Κατά τον γιο του, Λεωνίδα Εμπειρίκο, «κυκλοφορούσε πάντα με φωτογραφική μηχανή, συχνά με δύο, ενίοτε και με τρεις». Το φωτογραφικό του έργο χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες οι οποίες περιλαμβάνουν τις φωτογραφίες της προπολεμικής περιόδου, της μεταπολεμικής καθώς και μια σειρά φωτογραφιών του γιου του, από το 1957 έως το 1974.
Στα θέματά του περιλαμβάνονται αναμνηστικές φωτογραφίες, τοπία στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, σκηνές δρόμου (κυρίως από το Παρίσι και το Λονδίνο), προσωπογραφίες οικείων προσώπων, γυμνά, νεκρές φύσεις καθώς και άλλες φωτογραφίες υπερρεαλιστικού χαρακτήρα. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι φωτογραφίες μικρών κοριτσιών, αποκαλούμενα συχνά στο έργο του ως παιδίσκες. Οι περισσότερες από αυτές είναι τραβηγμένες ευκαιριακά, στο δρόμο, ενώ ορισμένες είναι αποτέλεσμα πιο εντατικής φωτογράφισης και μπορούν να συγκριθούν με τις αντίστοιχες δημιουργίες του Λιούις Κάρολ.
Παράλληλα με το φωτογραφικό έργο του ποιητή, η έκθεση θα αναδείξει και τη φιλία του με τον ζωγράφο Γιώργο Γουναρόπουλο, μέσα από σχέδια, έργα ζωγραφικής, ποιήματα και αρχειακό υλικό.

Ακούστε:

- από το: http://left.gr/news/leonidas-empeirikos-oi-fotografies-toy-patera-moy-eihan-shesi-me-tin-poiisi-toy#sthash.TO9P3PUO.dpuf

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Ποίηση - Κωνσταντίνος Γκερμπεσιώτης





Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο με τίτλο ''Ο Χαλασμένος χρόνος'' του Κωνσταντίνου Γκερμπεσιώτη , από τις εκδόσεις ''ΥΦΟΣ'' http://yfos-texnes.blogspot.gr/

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

"Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ" της ΦΙΛΟΜΗΛΑΣ ΛΑΠΑΤΑ Ιστορικό Μυθιστόρημα από τις εκδ. Ψυχογιός

    ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ    


"Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ"
της ΦΙΛΟΜΗΛΑΣ ΛΑΠΑΤΑ
Ιστορικό Μυθιστόρημα
ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 1 
Σελίδες 450,
Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2015
                   ~~~~~

Μια γυναίκα, κόρη οικογένειας επιφανών αγωνιστών της Επανάστασης του 1821, επιστρέφει στην Αθήνα του 1836, έπειτα από αναγκαστική εικοσαετή απομάκρυνση απ’ την Ελλάδα. Μια Ελληνίδα με προφίλ για μενταγιόν, η οποία δεν αγαπήθηκε όσο της άξιζε στην πατρίδα της και γι’ αυτό στα μάτια της κρύβει τον πόνο της γυναίκας που της έκλεψαν την εφηβεία, επιστρέφει για να διεκδικήσει πίσω τον εαυτό της, για να εκδικηθεί όσους της στέρησαν την ταυτότητά της, για να μπορέσει να ζήσει. 
Βαθιές πληγές και ανοιχτοί λογαριασμοί προκαλούνται από μια θυσία η οποία κατέληξε σε έναν απαγορευμένο έρωτα, που σημάδεψε τη ζωή μιας αρχοντικής οικογένειας κατά τη διάρκεια των προεπαναστατικών χρόνων στην Αθήνα. Ατμοσφαιρικές καταστάσεις, μυστήρια και γρίφοι της ανθρώπινης ύπαρξης κυριαρχούν σε ένα κοινωνικό περιβάλλον όπου η παρουσία του άντρα βαραίνει ασφυκτικά. Εκδίκηση, συγχώρεση και λύτρωση γεννούν έντονα συναισθήματα στους ήρωες αυτής της κοινωνικής τοιχογραφίας. Ως προϊόν ιστορικής έρευνας, καταγράφεται μια λεπτομερέστατη περιγραφή της καθημερινής αθηναϊκής ζωής, με ανάλυση χαρακτήρων και επιμέρους ιστορίες που δένουν με την κεντρική ιστορία και πλουτίζουν την πλοκή. Έρωτες, πόλεμοι, πολιτική, σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων, οθωμανική εξουσία συνθέτουν τον μύθο του αφηγήματος. 
Η Φιλομήλα Λαπατά σκιαγραφεί το πορτρέτο της Αθήνας του 1800, με ολοκληρωμένους χαρακτήρες που ξεδιπλώνονται σε μια ρεαλιστική και συναρπαστική πλοκή, θίγοντας θέματα ανθρωπίνων σχέσεων και υπαρξιακής αναζήτησης. Ανασυνθέτει, με έναν δικό της τρόπο, την ατμόσφαιρα μιας ολόκληρης εποχής της Ιστορίας μας. Μιλάει για τη ζωή, τη μοίρα, τις επιλογές μας, τις σχέσεις, τη μνήμη ως κατάρα, το μίσος, την οργή, την υπέρβαση ορίων και τη λύτρωση.

~~~~~~~~~~~~~

Η ΦΙΛΟΜΗΛΑ ΛΑΠΑΤΑ γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι ο καρπός μιας Μακεδόνισσας κι ενός πολίτη του κόσμου. Σπούδασε δημόσιες σχέσεις κι εργάστηκε στον ιδιωτικό τομέα. Παραμένει όμως μόνιμη μαθήτρια της ζωής. Η πολυπλοκότητα των διαπροσωπικών σχέσεων την απασχολεί από πολύ παλιά και αυτός της ο προβληματισμός αποτυπώνεται στα βιβλία της. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ είναι το έβδομο μυθιστόρημά της. Καθώς αγαπά την ποικιλία, ζει μεταξύ δύο κόσμων: της Ελλάδας και της Ιταλίας.

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

Από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, το νέο βιβλίο του Στιβ Γουάτσον, συγγραφέα του μπεστ σέλερ Αμνησία, ένα εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ από τη Ρενέ Νάιτ και το νέο μυθιστόρημα του βραβευμένου Αιμίλιου Σολωμού

ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 8 Οκτωβρίου 2015



Από την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου στην εκδοτική μας οικογένεια θα ανήκουν και επίσημα πλέον ο Μένιος Σακελλαρόπουλοςκαι ο Κυριάκος Γιαλένιος με τα νέα τους βιβλία.

Σε αυτό το εκδοτικό πρόγραμμα ξεχωρίζουν επίσης το νέο βιβλίο του Στιβ Γουάτσον, συγγραφέα του μπεστ σέλερ Αμνησία, ένα εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ από τη Ρενέ Νάιτ και το νέο μυθιστόρημα του βραβευμένου Αιμίλιου Σολωμού.

Τέλος, για τους μικρούς μας φίλους υπάρχουν πολλά βιβλία, με τα Playmobil να κλέβουν την παράσταση.

Δείτε παρακάτω τα 22 νέα βιβλία του εκδοτικού προγράμματος.

Ελληνική Λογοτεχνία

ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ - ΜΕΝΙΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ - ΜΕΝΙΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ
Το πρώτο βιβλίο του Μένιου Σακελλαρόπουλου στις Εκδόσεις Ψυχογιός, είναι μια συναρπαστική και συγκινητική ανθρώπινη ιστορία μέσα από ένα οδοιπορικό στις φυλακές της Ελλάδας.
ΜΟΝΟ ΤΑ ΝΕΚΡΑ ΨΑΡΙΑ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΤΟ ΡΕΥΜΑ - ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΓΙΑΛΕΝΙΟΣ
Το δεύτερο βιβλίο του Κυριάκου Γιαλένιου - και πρώτο στις Εκδόσεις Ψυχογιός - θα μπορούσε να είναι πρώτης τάξεως ύλη για ένα road movie. Καθηλωτικοί χαρακτήρες και απροσδόκητη πλοκή μέσα από τη σύγχρονη ματιά του συγγραφέα.
ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ - ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΜΑΚΡΗ
ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ - ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΜΑΚΡΗ
Η ζωή και οι σχέσεις τριών αδελφών ξεδιπλώνονται με αριστουργηματικό τρόπο, με φόντο τις "Τρεις αδελφές" του μεγάλου Ρώσσου συγγραφέα Άντον Τσέχωφ.
ΤΟ ΜΙΣΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΜΙΣΗ ΕΚΔΙΚΗΣΗ - ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ
Ο βραβευμένος με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας 2013 Αιμίλίος Σολωμού επιστρέφει με ένα μυθιστόρημα διαφορετικό, που κινείται ανάμεσα στο παρελθόν και τη σφαγή στο Δήλεσι και το παρόν και τη δολοφονία ομάδας Τροϊκανών στην Αθήνα.

Ξένη Λογοτεχνία

ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΖΩΗ - ΣΤΙΒ ΓΟΥΑΤΣΟΝ
ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΖΩΗ - ΣΤΙΒ ΓΟΥΑΤΣΟΝ
Μετά την τεράστια επιτυχία του παγκόσμιου bestseller ΑΜΝΗΣΙΑ, ο Στιβ Γουάτσον επιστρέφει με ένα ακόμα καταιγιστικό θρίλερ, το οποίο έχει ήδη πουληθεί σε 33 χώρες ενώ θα μεταφερθεί και στη μεγάλη οθόνη.
ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΟΠΟΙΗΣΗΣ - ΡΕΝΕ ΝΑΪΤ
ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΟΠΟΙΗΣΗΣ - ΡΕΝΕ ΝΑΪΤ
Ένα εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ, με εντελώς αναπάντεχες ανατροπές. Έχει μεταφραστεί σε 25 γλώσσες και έχουν πουληθεί και τα κινηματογραφικά δικαιώματα. Ιδανική επιλογή για τους αναγνώστες που αγάπησαν ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΤΡΕΝΟΥ.





Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Κυκλοφόρησε το βιβλίο για παιδιά με τίτλο "ΚΑΙ ΟΙ 7 ΗΤΑΝ ΥΠΕΡΟΧΟΙ" του ΓΙΑΝΝΗ ΡΕΜΟΥΝΔΟΥ από τις εκδόσεις Ψυχογιός

   ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ  

Σειρά ΞΙΝΟΜΗΛΟ  //  ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ 11 ΕΤΩΝ



Δεν κάνεις, Ντίνο, για την ομάδα, το βλέπεις και μόνος σου", είχε πει ο Βασίλης κι η Νατάσα συμπλήρωσε ειρωνικά: "Και στραβοχέρης και στραβοπόδης". Το φυσούσε λοιπόν και δεν κρύωνε, και ενώ έπρεπε να προπονηθεί καλά, βρέθηκε να κάνει διακοπές.
Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα ζούσε μια περιπέτεια με φόντο το ελληνικό καλοκαίρι των νησιών κι ότι θα συναντούσε κάποια που για χάρη της θα μπορούσε να αναποδογυρίσει τον κόσμο.
Κι ούτε βέβαια μπορούσε να φανταστεί ότι θα έφτανε αυτός, ο Ντίνος Γιαχνής, ο "στραβοχέρης και στραβοπόδης", να σημαδεύει την αντίπαλη μπασκέτα με μισόκλειστα από τον ιδρώτα βλέφαρα. Ήταν το τελευταίο τρίποντο του αγώνα. Αν το έβαζε, νικούσαν. Αν δεν το έβαζε, έχαναν...
Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα ζούσε μια τέτοια απίστευτη περιπέτεια για αγόρια που θα τη λάτρευαν τα κορίτσια. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Περιεχόμενα

Μια απαραίτητη επεξήγηση
Πρόλογος
Η Τρίτη
Η Τετάρτη
Η Πέμπτη
Η Παρασκευή
Το Σάββατο
Η Κυριακή (Ι)
Η Κυριακή (ΙΙ)
Η Δευτέρα
Η Τρίτη
Επίλογος

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

Ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός με την σύζυγό του Άννα κατά την επίσκεψή τους στην "Αιξωνή" του Πικιώνη

ΤΑ Τετραθεμελα ΤΟΥ Κοσμου

Ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός με την σύζυγό του Άννα κατά την επίσκεψή τους στην "Αιξωνή" του Πικιώνη. Πρόκειται για την τελευταία φωτογράφιση του ποιητή που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΑΙΞΩΝΗ το 1953.

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

Κυκλοφόρησε το βιβλίο "Pour Mania / Για τη Μάνια" (δίγλωσση έκδοση, ελληνικά - γαλλικά)

Κουζέλη Λαμπρινή*

Για τη Μάνια

Την εκδότρια της Εστίας τιμούν οι γάλλοι φίλοι της με τρυφερές επιστολές και ακριβές αναμνήσεις στον μικρό τόμο που κυκλοφορεί με τη συμπλήρωση ενός έτους από τον θάνατό της
Για τη Μάνια
Η Μάνια Καραϊτίδη σε νεαρή ηλικία

Pour Mania / Για τη Μάνια
(δίγλωσση έκδοση, ελληνικά - γαλλικά)
Επιμέλεια, εισαγωγή Κατρίν Βελισσάρη.
Εκδόσεις Εστία, 2015,
σελ. 72, τιμή 9 ευρώ

«Ενα σκοτεινό δωματιάκι στο βάθος του βιβλιοπωλείου Εστία, στην οδό Σόλωνος, ήταν το άδυτο των αδύτων. Για να περιγράψεις τον ιδιαίτερο χαρακτήρα ενός χώρου που θύμιζε μάλλον τακτοποιημένη αποθήκη παρά επιδεικτικό σαλόνι και για να εκφράσεις την αύρα του προσώπου που υποδεχόταν εκεί τους επισκέπτες, ένα σωρό μεταφορικές εκφράσεις συνωθούνται στον νου - εκφράσεις που χρειάζεται να τις παραμερίσεις αμέσως. Γενικό αρχηγείο ή στρατηγείο δεν ταιριάζει: υπερβολικά στρατιωτικοί όροι. Η Μάνια απέπνεε μια φυσική και αγαπητική εξουσία που δεν είχε τίποτα κοινό με τα στρατιωτικά πράγματα». O γάλλος συγγραφέας και πανεπιστημιακός Μισέλ Γκερέν γνώρισε την εκδότρια της Εστίας Μάνια Καραϊτίδη όταν ήταν μορφωτικός σύμβουλος στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1980. «Ενας παμπάλαιος χάρτης των πέντε ηπείρων κάλυπτε ολόκληρο σχεδόν τον τοίχο πίσω από το ογκώδες, παλιό γραφείο. (...) Κι αν έπρεπε να του προσδώσουμε, αν όχι κάποιο πνεύμα εκζήτησης αλλά τουλάχιστον κάποιο νόημα, θα έλεγα ότι ήταν ένα σύμβολο κοσμοπολιτισμού. Μέσα στην κόχη της η εκδότριά μας συμπεριφερόταν αυθορμήτως ως πολίτις του κόσμου».

Tη Μάνια Καραϊτίδη (1928-2014) ως κοινό τόπο της συλλογικής εμπειρίας και ως θρυλική φυσιογνωμία της εκδοτικής μας ιστορίας αλλά και την «κυρία Μάνια» ως προσφιλή σταθερά του κοινωνικού βίου και αγαπημένη γνωριμία της προσωπικής ζωής παρουσιάζουν εννέα προσωπικότητες των ελληνογαλλικών γραμμάτων στο κομψό τομίδιοPour Mania / Για τη Μάνια (Εστία, 2015) που φρόντισε η Κατρίν Βελισσάρη: δύο διευθυντές του Γαλλικού Ινστιτούτου στην Αθήνα, ο Ζαν-Πιερ Αρμενγκό και ο Ολιβιέ Ντεκότ, η εκδότρια Σαμπίν Βεσπιζέ, η κριτικός λογοτεχνίας στον «Μonde» Φλοράνς Νουαβίλ, ο νεοελληνιστής Ζακ Μπουσάρ από το Κεμπέκ του Καναδά και οι ελληνιστές, μεταφραστές και συγγραφείς Ζιλ Ντεκορβέ, Μισέλ Γκροντάν, Μισέλ Γκερέν, καθώς και η ίδια η Κατρίν Βελισσάρη, πρώην διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.

Η έμφαση δίνεται στη γαλλική παιδεία της κυρίας Μάνιας - μήπως δεν ήταν όμως και δομικό στοιχείο της ταυτότητάς της; «Οταν η Μάνια ήταν παιδάκι, η υγεία της ήταν εύθραυστη και χρειάστηκε να παραμείνει στο κρεβάτι για μήνες ατελείωτους. Τότε, λοιπόν, μοναδική της παρηγοριά ήταν να καταβροχθίζει στα γαλλικά όλη την παιδική λογοτεχνία της εποχής. Εκείνα τα αναγνώσματα σφράγισαν για πάντα με πυρωμένο σίδερο τη διπλή της παιδεία» γράφει η Κατρίν Βελισσάρη. «Αλλωστε, για τη Γαλλία και τους γάλλους φίλους της ήταν γεμάτη επιείκεια, γιατί, όταν αγαπούσε, η Μάνια αγαπούσε. Οταν άρχιζε με το "εσείς οι Γάλλοι", ξέραμε με σιγουριά πως ήταν έτοιμη να μας συγχωρήσει σχεδόν τα πάντα!».

«Μας κατέκτησε με έναν συγκερασμό σταθερότητας, διαύγειας και χιούμορ» θυμάται ο Ζαν-Πιερ Αρμενγκό, ο οποίος έφτασε με την οικογένειά του στην Αθήνα το 1985 για να αναλάβει τη διεύθυνση του Γαλλικού Ινστιτούτου: «Πολύ σύντομα ανακάλυψα ότι πίσω από την αυθόρμητη θέρμη της υποδοχής της και την ευμενή της διάθεση για όλα μου τα σχέδια υπήρχε μια βαθύτερη διάσταση θέασης των πραγμάτων, μια απόσταση από τους συγγραφείς "της μόδας" και από την "πολιτική ορθότητα", τροφοδοτούμενη από τις εμπειρίες πλήθους πολιτικών και ανθρώπινων ανατροπών και βεβαίως από οδύνες και απογοητεύσεις που είχε η ίδια υποστεί, αποδεχθεί, υπερβεί ως επί το πλείστον και που είχαν σμιλέψει την πνευματική της ανεξαρτησία και το κριτικό της πνεύμα. Το να διανύσει το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα επικεφαλής ενός μεγάλου εκδοτικού οίκου στην Ελλάδα δεν ήταν γι' αυτήν μια διάβαση από "ένα μεγάλο, ήσυχο ποτάμι"...».
Στην κυρία Μάνια που δεν πρόλαβε να καλογνωρίσει απευθύνει συγκινητική επιστολή ο νυν διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου Ολιβιέ Ντεκότ προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσει τον άνθρωπο από τα αποκτήματά του, από τον «πολύχρωμο αχταρμά» επάνω στο γραφείο της Μάνιας Καραϊτίδη στην κλασική φωτογραφία της στο περίφημο στουντιόλο της στην οδό Σόλωνος. «Ολα αυτά τα αντικείμενα μου μιλούν για σας και μου μιλούν για την Ελλάδα, για τη δική σας Ελλάδα, γι' αυτήν την Ελλάδα που θα 'θελα τόσο να μου τη γνωρίζατε σαν να ήσασταν η θεά Εστία, φιλόξενη και γενναιόδωρη συνάμα, όπως συμφωνούν όλοι όσοι σας γνώρισαν. Κυρία Μάνια, θα δεχόσασταν να μου την περιγράψετε άραγε ως φίλη; Μου αρέσει να το πιστεύω... Τα γραφεία μας ήταν τόσο κοντά: Η Σίνα και η Σόλωνος δεν είναι μήπως πλάι-πλάι; Σας διαβεβαιώνω ότι αντηχούν τη φωνή σας, τόσο πολύ που τις περπατήσατε και τις δύο».
«Σπανίως την είδα εκτός του μικρού της γραφείου» θυμάται ο Ζιλ Ντεκορβέ. «Γραφείο της ή σαλόνι της; Οταν την έβλεπα εκεί, δεν εργαζόταν. Δεν ήταν δικό της το φταίξιμο. Ηταν των επισκεπτριών και των επισκεπτών που τη μονοπωλούσαν. Ομως αυτό δεν φαινόταν να την ενοχλεί. Αντιθέτως, σε υποδεχόταν με μια θέρμη άγνωστη στα καθ' ημάς». Για τη Φλοράνς Νουαβίλ η πρώτη ανάμνηση δεν τοποθετείται στην οδό Σόλωνος αλλά«σε ένα ηλιόλουστο πεζοδρόμιο εστιατορίου. Η λεπτομέρεια του ηλιόλουστου πεζοδρομίου έχει τη σημασία της. Οταν κλείνω τα μάτια, αυτή ακριβώς η γενναιόδωρη λάμψη πλημμυρίζει τη μνήμη μου».
Η Μάνια, η «θεία Μανία», «ήταν η ζώσα μνήμη της ελληνικής λογοτεχνίας σε μια ευρωπαϊκή προοπτική» εκτιμά ο Ζακ Μπουσάρ. Για τη γαλλίδα εκδότρια Σαμπίν Βεσπιζέ ήταν μια μεγάλη φίλη και πηγή έμπνευσης: «Αυτή η μανιώδης αναγνώστρια, που ήξερε να ακροάται τη μουσική των κειμένων, αγαπούσε αυτούς που τα γράφουν. Ακούγοντας το πλήθος των ιστοριών που ευχαρίστως διηγόταν για τις σχέσεις με τους συγγραφείς της, κατανόησα ότι η εκδοτική δραστηριότητα, έτσι όπως την ασκούσε, ήταν μια σχολή με απαιτήσεις. Και θέλησα να εγγραφώ στα δικά της χνάρια».
Ποιο ήταν το μάθημα που δίδασκε η κυρία Μάνια με το παράδειγμά της; «Φιλόξενη αλλά και διορατική, η Μάνια μάς μάθαινε να ζούμε εν κοινωνία» τονίζει ο Μισέλ Γκροντάν.«Προσωπικά θα την παραλλήλιζα με μια άλλη μορφή των ελληνικών γραμμάτων που χάθηκε πριν από είκοσι και κάτι χρόνια: τον Κωνσταντίνο Θ. Δημαρά, ιστορικό της λογοτεχνίας και μέγιστο ειδήμονα της συγκριτικής λογοτεχνίας. Ενας έρωτας παρεμφερής τούς ένωνε, ο έρωτας για την ομορφιά του βιβλίου».
Τα είπαν όλα. Και στο Γαλλικό Ινστιτούτο την Τρίτη 26 Μαΐου, όπου οι φίλοι της Μάνιας Καραϊτίδη συγκεντρώθηκαν στο αμφιθέατρο «Θεόδωρος Αγγελόπουλος» για ένα φιλολογικό μνημόσυνο με τη συμπλήρωση ενός έτους από τον θάνατό της, η παρουσία της ήταν έντονη και τα κληροδοτήματά της χειροπιαστά.
* Μέρος των εσόδων από την πώληση των αντιτύπων του βιβλίου θα προσφερθεί στα Παιδικά Χωριά SOS που στήριξε η Mάνια Καραϊτίδη.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ:  30/05/2015