~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
................ Επιμέλεια Σελίδας: Πάνος Αϊβαλής, υπεύθυνος έκδοσης του περιοδικού "Ύφος", ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: kepeme@gmail.com...............
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η Φωτό Μου
Ξεφυλλίζοντας... με τον Πάνο Αϊβαλή

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018

Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ (1863-1933), : ΑΣ ΦΡΟΝΤΙΖΑΝ...

Dionisis Vitsos
Αθήνα

Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ: ΑΣ ΦΡΟΝΤΙΖΑΝ...
.
[...]Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Aυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Aν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους—
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.
Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.
Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.
Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.
Aλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν. 

Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ, (1863-1933),
 Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

ΜΟΝΟΚΟΝΤΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ (1901-1998)

Ηλίας Κεφάλας

ΜΟΝΟΚΟΝΤΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ (1901-1998)

σημαντικὴ ποιήτρια Ζωή Καρέλλη (φιλ. ψευδώνυμο τῆς Χρυσούλας Ἀργυριάδου) ἔδρασε πνευματικὰ καὶ συγγραφικὰ στὴ γενέτειρὰ της, ἐμψυχώνοντας μὲ τὴν πληθωρικὴ της παρουσία ὄχι μόνο τὴ «λογοτεχνικὴ σχολὴ» τῆς πόλης της, ἀλλὰ σύμπασα τὴ λογοτεχνικὴ ζωὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. 
Ἀπό τίς "18-4-38", ἡμερομηνία μέ τήν ὁποία τιτλοφορεῖ τό πρῶτο της ποίημα καί σημαδεύει τήν ἐκκίνησή της μέσα στόν ρυθμικό λόγο (Πορεία, 1940), ἡ Ζωή Καρέλλη μπαίνει στήν ποίηση μὲ μιὰ σταθερή καί δύσκολη ἀπόφαση. Θέλει νά ἀρνηθεῖ κάθε συναισθηματικό περίσσευμα τοῦ ἑαυτοῦ της, ἐφ' ὅσον αὐτό δέν ἔρχεται σύμμετρο καί συμμέτοχο μέ τίς ἐπιλεγμένες προδιαγραφές της. Τά ποιήματά της ὑπόκεινται ἔτσι στόν ἀποχρωματισμό ἑνός ρικνοῦ γλωσσικοῦ καί ἐκφραστικοῦ πλαισίου, ἀπό τό ὁποῖο ἀπουσιάζουν κάθε εἴδους παραχωρήσεις πρός τίς ἐφήμερες διαθέσεις. 
Τό σημασιολογικό βλέμμα τῶν ποιημάτων αὐτῶν εἶναι στραμμένο διαρκῶς πρός τά ἄνω. Καί πρός τά ὕψη αὐτά συμπαρασύρεται καί συμπαρατάσσεται ὅλο τό πλέγμα τῶν ἐκφραστικῶν της ἐπιλογῶν. Ἀπό τήν πρώτη της ἀκόμα συλλογή ὑπάρχει μιά προνοητικότητα καί μιά ἀκραία προφύλαξη, ὥστε νά ἀποφευχθοῦν τά τυχόν στοιχεῖα γλυκασμοῦ, οἱ ἐν δυνάμει χθόνιες ἀναστροφές τοῦ λόγου, πού παρεισφρύουν ἀσυναίσθητα στό ποίημα καί τό ἐπιβαρύνουν αἰσθητικά, ἐννοιολογικά καί πραγματολογικά. 
Ἔτσι, ἡ ποίηση τῆς Ζωῆς Καρέλλη ἀρχίζει νά γίνεται ἕνα περίτεχνο πρόβλημα ἀπαυγασμοῦ αἰσθημάτων σέ συνάρτηση μέ τή Λογική καί τήν Ἠθική, μέ τήν Πίστη καί τήν Ὀντολογία. Τό Εἶναι γίνεται ἀντικείμενο θεώρησης μπροστά στόν θάνατο καί πέρα ἀπό αὐτόν. Καί ὅλα αὐτά μέ δεδομένες τίς αἰσθητικές κατασταλάξεις, μεταξύ τῶν ὁποίων ὡς κύριο γνώρισμα ὀξύνεται ἡ γλώσσα, μιά γλώσσα σοβαρή, ἐπιστημονική, κατ' ἐξοχήν διανοητική, δηλαδή σχεδόν ἀντιποιητική, καθώς ἀποφεύγει τά παιχνιδίσματα καί τίς τρυφερές χρωμοσκιάσεις. Πρόκειται, πολλές φορές, γιά μιά γλώσσα ἔμμετρου δοκιμίου, μιά ρυθμική ἀποσαφήνιση τῆς μυστικῆς ἐνδοσυνεννόησης τοῦ ἀνθρώπου.
Μέ τόν τρόπο αὐτόν τό ποίημα ἀποβαίνει ὄχημα μεταφορᾶς ὄχι νεανικῆς δροσιᾶς καί καθημερινῆς χαρᾶς, ἀλλά ἔγνοιας καί βάρους ὑψηλῶν στοχασμῶν, μιᾶς σκοτεινῆς προβληματικῆς πού προσδοκάει τά ὀφέλη τῆς αἰωνιότητας καί μόνον, ἐκλαμβανομένης ὡς τῆς μόνης ἱκανῆς μεταθανάτιας πιθανότητας.
Ἡ Ζωή Καρέλλη καλλιέργησε πολύ νωρίς τούς φόβους καί τίς ἀπελπισίες πού οἱ ἄνθρωποι ἀντιμετωπίζουν κατά κανόνα πρός τό τέλος τῆς ζωῆς τους. Καί ἐπιβάρυνε ἔτσι τή νεότητά της. Μπορεῖ ὅμως νά ἐλάφρυνε σέ σημαντικό βαθμό τήν ὥριμη ἡλικία της. Γιατί, ἐκεῖ, στίς τελευταῖες συλλογές της ἡ ποιήτρια δείχνει ὅτι κάπου καί κάπως τό ποιητικό της πρόσωπο ράγισε. Ἡ ἀντοχή της ἔσπασε μέ ἀποτέλεσμα νά κάνει ἀνοίγματα πρός τήν ὀμορφιά τῆς παρούσας ζωῆς, νά προκαλεῖ τά μάτια της νά τήν ἀντικρίσουν, νά χαίρεται μέ ἁπλούστερους καί λιγότερο ἐντατικοποιημένους ὡς πρός τή συνειδητότητα τῆς ὕπαρξης στίχους, νά προσλαμβάνει ὀπτικά τήν ἐπιφανειακή ὀμορφιά τοῦ κόσμου, πού εἶναι τό κατώφλι τῆς ἐσωτερικευμένης δραματοποίησης. Στό τέλος τῆς ποιητικῆς της πορείας, λοιπόν, δείχνει νά ἀπελευθερώνεται ἀπό συνειδητές δεσμεύσεις καί μέ καθυστερημένη, καί ἴσως μόνο γι' αὐτό πιό τραγική ἀνεμελιά, ἀγκαλιάζει αἰσθησιακά τή θάλασσα καί τούς ἀνέμους, τή βλάστηση καί τά πουλιά, τή σελήνη καί τούς ἀστροφώτιστους δρόμους τοῦ οὐρανοῦ.
Ὡστόσο, κάθε ποιητής ἔχει τήν εὐθύνη τῆς ἐπιλογῆς τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο θά διακονήσει τόν ποιητικό λόγο. Καί ὁ λόγος αὐτός εἶναι πάντα ὁμόλογος πρός τίς ἐσωτερικές του ἀνησυχίες καί τίς ἀόρατες ὑπαρξιακές του ἰσορροπίες. Ἡ Ζωή Καρέλλη ἀπέβη ἀναμφισβήτητα μιά κερδισμένη ποιήτρια, τονίζοντας τή δική της ἰδιαιτερότητα, πού, προπαντός, ἦταν μιά ἐκ βαθέων διαφορετικότητα πρός τό περιρρέον σύνολο.

Η. Κ.

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018

ΠΑΠΠΟΥ του Ηλία Κεφάλα



Ηλίας Κεφάλας
ΤΡΙΚΑΛΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ

  ΠΟΙΗΣΗ  

                 ΠΑΠΠΟΥ *
Βρέχει
Καὶ δὲν σὲ νοιάζει τίποτα παπποὺ
Τὰ ροῦχα σου δὲν κρατᾶνε τὰ νερὰ
Ἡ λάσπη σκαρφάλωσε στὰ μάτια σου
Πλημμύρισαν τὰ χωράφια μας
Ζήτημα νὰ ᾽χουμε ἐφέτος καρποὺς
Ὁ ἄνεμος ρίχνει τ᾽ ἄνθη τῆς κερασιᾶς
Τὸ σκουλίκι τρυπάει τὴν πατάτα
Ἡ ντομάτα σαπίζει στὸ θερμοκήπιο
Τὸ σιτάρι τελειώνει καὶ σήμερα
Νά τὸ ταβάνι στάζει τρυπημένο
Κι ἐσὺ –ποῦ ᾽σαι;– γιὰ τίποτα δὲν νοιάζεσαι
Δὲν βλαστημᾶς μὲ ὀργὴ
Δὲν κλωτσᾶς πέρα τοὺς κουβάδες
Δὲν καρφώνεις βιαστικὰ τοὺς τσίγγους
Δὲν ἀκοῦς τὴν φασαρία γύρω σου
Καὶ συγχώρεσέ με πιὰ – φτάνει
Δὲν σὲ παρασκοτίζω ἄλλο παπποὺ
Ἡσύχασε μέσα στὴν μαύρη ἀνεμελιά σου
Ρούφα τὴν ἀκατάπαυστη βροχὴ
Σφίξε τὰ τρύπια κόκαλά σου
Κάπως θὰ τὰ βολέψουμε κι ἐμεῖς ἐδῶ
Οἱ ἀδέξιοι
Η. Κ.
(ἀνέκδοτο)

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2018

ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ (1931-2008), τιμήθηκε το 2007 με το διεθνές βραβείο ποίησης «Καβάφης»

Dionisis Vitsos


   ΠΟΙΗΣΗ   

«Ένα κρεβάτι
και να είναι Αύγουστος,
και ξέρω εγώ να ξαναζήσω.
[...]
Θ’ αρχίσω με τη λέξη έρωτας
και θα τελειώσω
με τη λέξη χώμα.
Τις ενδιάμεσες,
θαρρώ πως τις μαντεύετε».
                          ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ (1931-2008)

[ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΙΣ: Γεννήθηκε στο Χαβάρι Ηλείας. Παρότι σύγχρονος, για την προσωπική του ζωή ελάχιστα πράγματα άφηνε να γίνουν γνωστά. Έζησε όλη του την ζωή στην Πάτρα. Εργάστηκε στον Ασφαλιστικό Οργανισμό Αστικών Λεωφορείων Πατρών. 
Εκδόθηκαν δέκα ποιητικές του συλλογές (1978 – 2007) και μεταφράστηκαν τα ποιήματά του σε πολλές γλώσσες, όπως τα Γερμανικά, τα Ισπανικά, τα Πολωνικά, τα Πορτογαλικά κ.α. 
Ένα χρόνο πριν τον θάνατο του, το 2007, τιμήθηκε με το διεθνές βραβείο ποίησης «Καβάφης». 
Εντάσσεται στην δεύτερη μεταπολεμική γενιά, όμως δεν ασχολήθηκε στην τέχνη του με κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό ή το πολεμικό κλίμα της περιόδου, όπως οι περισσότεροι ποιητές της γενιάς του.]

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

Μια ελεγεία για τον Μάνο Ελευθερίου - «ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΑΚΡΙΝΩΝ ΧΩΡΑΦΙΩΝ» του Ηλία Κεφάλα


Ηλίας Κεφάλας
ΤΡΙΚΑΛΑ - ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ 

θελα να συνεχίσω σήμερα με μια ελεγεία για τον Μάνο Ελευθερίου αλλά με πρόλαβαν πολλοί άλλοι και πέραν αυτού ας σταματήσουμε πια με τους θανάτους, κι ας μην σταματούν εκείνοι. Όλοι με κάποιο τρόπο θα φύγουμε, η φαντασία του Θανάτου είναι απεριόριστη, όπως και η δική μας θλίψη. 

Σας ταξιδεύω σήμερα σε πλησιόχωρους πέντε ποιητικούς μου λόγους, όπως δημοσιεύονται στο τρέχον τεύχος του περιοδικού "Διάστιχο"
«ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΑΚΡΙΝΩΝ ΧΩΡΑΦΙΩΝ» 
του Ηλία Κεφάλα
ΔΙΑΣΤΙΧΟ, δημοσιεύτηκε 22 Ιουλίου 2018
https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh
~~~~~~~~~~
ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΜΑ
Το αφρώδες κοκκινόχωμα των βουνών
Έχει μια ελαφρότητα που με πετάει στα ύψη
Αυτής της άνωσης παίζω το παιχνίδι
Που πρόσκαιρα μ’ ευχαριστεί
Μέχρι που της πεδιάδας το σκληρό χώμα
Έλθει να με καλέσει πίσω
–Πίσω και κάτω– επιτακτικά
Και μόνο τότε
Και με όλη την αρχέγονη κρυφή του ορμή
Θα σμίξει το υλικό μου με το υλικό του
Το εκ του αυτού υλικού υλικό
Ή σαρξ εκ της σαρκός που λένε
Ή γείωση της αφόρητης νοσταλγίας
Που λέω μέσα μου εγώ
Ω ανελέητο κάρβουνο των χωραφιών
Εσύ μονάχα υπογράφεις
Την οριστική μου επιστροφή
Εσύ μονάχα κλείνεις
Τις γραμμές όλων των κύκλων
~~~~~~~~~~
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΕΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΕΣ
Κάτω από τις ροδακινιές
Ένα πουκάμισο φιδιού
Γίνεται λούκι φωτός
Στη σιωπηλή πέτρα λαμπυρίζει
Το καύκαλο της καμένης χελώνας
Καθολικές διαφάνειες απλώνονται
Κι η όραση φτάνει παντού
Αν κι επίκειται στο βάθος η νύχτα
Όπου βλέπει κανείς το τέλος των πραγμάτων
Το τέλος του δηλαδή
Το δικό του τέλος
Σαν βέρα που αφήνει το δάχτυλο
Στο έλεος της γυμνότητας
Αυτό το αθέατο αίτημα των κυττάρων
~~~~~~~~~~
ΞΕΣΠΑ ΒΡΟΧΗ
Τα νέφη απλώνουν τα φιδίσια χέρια τους
Και ψαύουν τους θύλακες των βουνών
Στιγμιαίες φωταψίες
Βροντές
Και βρυχηθμοί παράξενων θηρίων
Ακούγονται μέσα στις σκοτεινές φωλιές τους
Μα είναι απλώς η βροχή
Που ξεσπά περιστροφική
Και τα μάτια μου είναι μόνο
Που πριν είχαν καταφύγια
Και τώρα τα έχασαν
Κι έμειναν άδεια σαν την ψυχή μου
Που ποτέ δεν έχει καταφύγιο
~~~~~~~~~~
Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΕΦΥΓΕ
Ο γείτονάς μου έφυγε
Αυτός ο σκιώδης άνθρωπος
Το καθημερινό στίγμα του βλέμματός μου
Ο άνθρωπος πεταλούδα
Ο άνθρωπος βροχή
Ο άνθρωπος χάδι των πραγμάτων
Ο γείτονάς μου λέω έφυγε
Απομακρύνθηκε δραματικά
Αν και δεν πήγε και πολύ μακριά
Ούτε καν εκατό βήματα απ’ το σπίτι του
Ξάπλωσε κάτω μελαγχολικά
Γειώθηκε οριζοντίως
Και τώρα λες κι ανυπομονεί
Και τώρα λες και περιμένει κάτι
Και τρώει μονάχα φλούδες και πηλό
Και κάτι βρύα σαν σκουριά
Που αριά φυτρώνουν στο σαγόνι του
~~~~~~~~~~
ΕΦΙΠΠΟ ΦΕΓΓΑΡΙ – ΕΡΠΟΝ ΤΡΕΝΟ
Ένα έφιππο χαρωπό φεγγάρι
Εντελώς εξημερωμένο
Καλπάζει στην κορυφή του Κόζιακα
Οι πέτρες λάμπουν στο πέρασμά του
Τα χώματα τού μιλούν περίεργα
Οι φλέβες των ξύλων τού δείχνουν
Μεθυστικές ροές
Κι ένα περίλυπο τρένο από μακριά
Έρποντας προσπαθεί να το φτάσει
Ω τρένο τρένο
Αργοπορημένο και μελαγχολικό
Ασημένια αρμαθιά των βαγονιών
Στόλισε μονάχα το στήθος της πεδιάδας
Κύλα παράλληλα
Με το περιδέραιο του ποταμού
Και μην ανακατεύεσαι με τα ουράνια
Πού να ξέρεις τι γίνεται εκεί πάνω
Ούτε κι εγώ ξέρω τίποτα
Δεν ξέρω τίποτα απ’ όλα αυτά που βλέπω
Ούτε και από τόσα άλλα πολλά που με λυπούν
ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

~~~~~~~~~~~~~~




Ο Ηλίας Κεφάλας γεννήθηκε το 1951 στο χωριό Μέλιγος Τρικάλων. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Αθήνα, όπου και έζησε από το 1969 έως το 1992. Σήμερα ζει και πάλι στον γενέθλιο τόπο του, παρακολουθώντας φωτογραφικά τη φύση, γράφοντας ποίηση, δοκίμιο και πεζογραφία, και ασκώντας λογοτεχνική και εικαστική κριτική, σε περιοδικά λόγου και τέχνης. Ασχολήθηκε με το ραδιόφωνο και περιστασιακά με την τηλεόραση. Μεταφράζει και παρουσιάζει γαλλόφωνους ποιητές. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά και πολωνικά.
*από το:

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

"Η ζωή και το διάβασμα δεν είναι χωριστές δραστηριότητες



~ Αργύρης Χιόνης ~

"Τα βιβλία μπουχτισαν τη σοφία τους,
δεν μπορούσαν πια ούτε μια τυπωμένη λέξη ν' αντικρίσουν,
σβησαν τους χρυσούς τίτλους απ' τα εξωφυλλα τους,
έπαψαν να' ναι βιβλία.
Ο άνθρωπος δεν πήρε τίποτα χαμπάρι,
συνεχίζει να τα βγάζει απ' τη βιβλιοθήκη,
να τα...ξεσκονίζει,
να τα ξεφυλλίζει,
να βυθίζεται μέσα τους...!"

~ Ημέρα για το βιβλίο χθες ~

Ο Τζουλιαν Μπαρνς σε κείμενο του στον Guardian το 2012 γράφει :
"Η ζωή και το διάβασμα δεν είναι χωριστές δραστηριότητες.
Η διάκριση είναι πλαστή.
Όταν διαβάζεις ένα σπουδαίο βιβλίο, δεν δραπετευεις από τη ζωή, βυθίζεσαι σ' αυτήν!
Μπορεί να υπάρχει μια επιφανειακή απόδραση-σε διαφορετικές χώρες, ήθη, γλωσσικά σχήματα-όμως αυτό που κατά βάθος κάνεις, ειναι να διευρυνεις τους τρόπους με τους οποίους κατανοείς τις λεπτές αποχρώσεις της ζωής, τα παράδοξα της, τις χαρές της, τους πόνους και τις αλήθειες της.
Η ανάγνωση και η ζωή,
δέν εξελίσσονται χωριστά,
συμβιώνουν...!"

~ Καλημέρα μας...!
 

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Εκδήλωση - παρουσίαση του μυθιστορήματος, ''ΠΕΝΗΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΜΙΛΙΑ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ'' του Νίκου Κοτανίδη στο βιβλιοκαφέ 'Εναστρον από τις εκδόσεις "Περίπλους"



Dionisis Vitsos 
ΑΘΗΝΑ

  ΕΚΔΗΛΩΣΗ - ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ  

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 18 ΜΑΪΟΥ 2018, 8 μ.μ

ΕΝΑΣΤΡΟΝ βιβλιοκαφέ, ΣΟΛΩΝΟΣ 101, ΑΘΗΝΑ

Οι εκδόσεις ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ και 

ο συγγραφέας ΝΙΚΟΣ ΚΟΤΑΝΙΔΗΣ
~~~~~
Σας προσκαλούν στην παρουσίαση του
μυθιστορήματος, ''ΠΕΝΗΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΜΙΛΙΑ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ''
στο βιβλιοκαφέ 'Εναστρον, στην Αθήνα.

~~~~~
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι :
1. ΕΦΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, Σχολή Ευελπίδων, καθηγήτρια αγγλικών. 
2. ΦΩΤΗΣ ΚΑΓΓΕΛΑΡΗΣ, Σχολή Ευελπίδων, καθηγητής ψυχολογίας. Διδάκτωρ Ψυχοπαθολογίας Univ. de Paris και συγγραφέας.
3. ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΒΙΤΣΟΣ, εκδότης, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ.

Ο συγγραφέας θα αναφερθεί στο ιστορικό του βιβλίου, θα διαβάσει αποσπάσματα και θα υπογράψει αντίτυπα.

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

Νίκος Κατοίκος: «Μια ζωή δυο φορές» του Σώτου Αλεξίου, διηγημάτα



 Sotos Alexiou 
ΚΑΛΑΜΠΑΚΑ




Με αφορμή την έκθεση βιβλίου στη Θεσσαλονίκη αναδημοσιεύω εδώ το κείμενο του Δημήτρη Κατοίκου φιλόλογου και διανοητή για το βιβλίο μου "ΜΙΑ ΖΩΗ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ"
~~~~~~~~~~~
            ΒΙΒΛΙΟ // ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ               
Σώτου Αλεξίου «Μια ζωή δυο φορές»

Διηγήματα», Εκδόσεις «Μετρονόμος», 
Αθήνα 2017, σελ. 137


   Γράφει ο Φιλόλογος  Νίκος Κατοίκος  
Ο Καλαμπακιώτης γλύπτης, ζωγράφος και λογοτέχνης Σώτος Αλεξίου τον Σεπτέμβριο του 2017 εξέδωσε μια συλλογή 11 καλογραμμένων διηγημάτων. Το βιβλίο είναι καλαίσθητο και κοσμείται με σχέδια δικά του και τεσσάρων άλλων γλυπτών, φίλων του.

Ο συγγραφέας είναι γνωστός από τη δίτομη βιογραφία τού Βασίλη Τσιτσάνη (1998 και 2003), καθώς και από άρθρα (σχετικά με το λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι) που γράφει από το 2010 και εξής σε διάφορα περιοδικά (Δίφωνο, Όασις, Ύφος, Μετρονόμος και άλλα).
Με τα σύντομα και εντυπωσιακά διηγήματα αυτής της συλλογής ο Αλεξίου ζω-ντανεύει παλαιά βιώματά του, γεφυρώνοντας αριστοτεχνικά το παρελθόν με το παρόν. Μας μεταφέρει καταστάσεις γεμάτες γοητεία, νοσταλγία, γλυκύτητα και θαυμασμό. Συχνά διανθίζει τα κείμενά του με στίχους από τραγούδια τού Τσιτσάνη και άλλων άσων τής πενιάς. Η αδυναμία του στην αναβίωση παλαιών μουσικών συμβά-ντων είναι εμφανής.


ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Το διήγημα ως λογοτεχνικό είδος απαιτεί τόπο, χρόνο, λίγα πρόσωπα, απλή πλοκή, ζωντανή περιγραφή και διήγηση και λόγο καλλιεπή. Έτσι, ο αναγνώστης απο-λαμβάνει αισθητικά τα καλά διηγήματα και χαίρεται τα βαθιά μηνύματα που προβάλ-λουν. 
Ο συγγραφέας αυτής της συλλογής καλύπτει όλες τις απαιτήσεις τού λογοτε-χνικού αυτού είδους, αλλά πολυσχιδής καλλιτέχνης καθώς είναι, επεκτείνεται στο λεγόμενο ποιητικό στοιχείο, που δεν είναι απαιτητό, αλλά παρέχει περαιτέρω αισθη-τική απόλαυση και προδίδει πιο εκλεπτυσμένη καλλιτεχνική προσωπικότητα. Τέτοιους σύγχρονους πεζογράφους τής Δυτικής Θεσσαλίας μπορώ να αναφέρω ενδεικτικά τον Καλαμπακιώτη Γρηγόρη Σταγέα και τους Σοφαδίτες Νίκο Μπαζιάνα και Βαγγέλη Ντελή, σε έργα τών οποίων έχω επισημάνει το ποιητικό στοιχείο με παλαιότερα δημοσιεύματά μου.
Αξίζει εδώ να πούμε λίγα λόγια για τη βαθύτερη φύση τής Ποίησης. Η Ποί-ηση λοιπόν οραματίζεται έναν κόσμο ανώτερο, χρησιμοποιεί μεταφορικό λόγο, εικο-νοποιεί τις ιδέες, εκφράζει απροκάλυπτες αλήθειες, ντύνεται γλώσσα πυκνή και τέ-λεια. Σε αυτή κυριαρχεί η φαντασία, ο στοχασμός και ο λυρισμός. Ο ποιητής μάς χα-ρίζει μια νέα κατανόηση του κόσμου, και όχι απλώς κείμενα με καλλιέπεια, ευαισθη-σία και ομορφιά. «Βιώνει το όνειρο σαν πραγματικότητα, και την πραγματικότητα σαν όνειρο» (Ιάσων Ευαγγέλου, 2003).


   ΜΕΡΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ   

ΕΜΦΟΡΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ
1. «Πρωτάκουστη απουσία θορύβου! Τόσο χειροπιαστή, που ακούγονται χίλιες φωνές εντός μου» (σελίδα 16).
2. «Ένα κύμα αισιοδοξίας γέμισε το δωμάτιο και έδιωξε μακριά τη θλίψη» (σελ. 24).
3. «Το παρόν με το παρελθόν γίνονται μαλλιά-κουβάρια» (σελ. 35).
4. «Μέσα μου οι πληγές μια ανοίγουν, μια κλείνουν» (σελ. 41).
5. «Το τραγούδι μπαίνει μέσα μου και σαν γομολάστιχα σβήνει όσες μαύρες μολυβιές έχουν μείνει τόσα χρόνια στην ψυχή μου» (σελ. 41).
6. «Το τρίο είναι έτοιμο• κουρδίζουν τα όργανα και παίρνουν την καθορισμένη θέση τους πάνω στο πάλκο. Βασιλιάδες σε ένα Βασίλειο χωρίς εξουσία» (σελ.73).
7. «Εγώ, κρεμασμένο παλτό στην ντουλάπα, προσπαθώ να ισορροπήσω στο χθες και στο σήμερα, γιατί οι μνήμες είναι οδυνηρές» (σελ. 114).
8. «Αισθάνομαι σαν δρόμος άδειος, χωρίς το πήγαιν’ - έλα τών ανθρώπων» (σελ. 119).
9. «Μένω ακίνητος, σαν την κολόνα που δέχεται αδιαμαρτύρητα αγγελιόσημα θανάτου» (σελ. 124).
10. «Έχω κλείσει τη ζωή μου σε στιχάκια τραγουδιών» (σελ. 125).

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

ΠΩΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ 15ΧΡΟΝΟ ΜΑΘΗΤΗ ΚΙ ΕΝΑΝ ΦΩΤΙΣΜΕΝΟ ΔΑΣΚΑΛΟ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ



Dionisis Vitsos 
ΖΑΚΥΝΘΟΣ



ΠΩΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ 15ΧΡΟΝΟ ΜΑΘΗΤΗ ΚΙ ΕΝΑΝ ΦΩΤΙΣΜΕΝΟ ΔΑΣΚΑΛΟ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ 
Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ

«Ήμεθα δεκαπενταετής ότε το πρώτον ανεγνώσαμε την Λύραν και μας κατενθουσίασε. Μαθών ο Ρωμανός τον ενθουσιασμόν μας, μας διηγήθη τινά περί του βίου του Κάλβου και των έργων, προσθέσας ότι έπρεπε να γίνει μία νέα έκδοσις και εν Αθήναις, και ένας εκ των επιφανών λογογράφων, δια διαλέξεως να κάμει γνωστήν την αξίαν των Ωδών. Αμέσως συνελάβομεν την ιδέαν να κάμωμεν την νέαν έκδοσιν μετά προλεγομένων και οι αδελφοί Κάος, τυπογράφοι, είχον αναλάβει την δαπάνην της εκδόσεως. Ο Πολυλάς τους έπεισεν ότι θα χάσουν τα έξοδά των, διότι ένεκα της γλώσσης αι Ωδαί δεν αρέσουν εις τον πολύν κόσμον.

Αν εναυάγησεν η κερκυραϊκή έκδοσις, η ιδέα μας έλαβε σάρκα εις Ζάκυνθον, το 1881, δαπάνη του εκδότου Σεργίου Ραφτάνη. Επωλήθησαν σχεδόν όλα τα αντίτυπα, τα πλείστα όμως εις τον έξω Ελληνισμόν. Ούτως η επιθυμία του αειμνήστου διδασκάλου μας Ρωμανού επραγματοποιήθη, ιδίως, αφού και ο αγαπητός μας ποιητής Παλαμάς, δια της ωραίας αυτού διαλέξεως εστεροποίησε την αναμφισβήτητον ποιητικήν αξίαν του επτανησίου ποιητού.»
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΔΕ ΒΙΑΖΗΣ
~~~~~~~~
«Οι Επτανήσιοι ποιητές, που γνώριζαν και που λατρεύανε το Σολωμό, για τον Κάλβο δείχνανε πως τίποτα δεν ξέρανε και η αντιπάθειά τους ήτανε φανερή. […] Ο Πολυλάς δεν τον αναφέρει. Στην κληρονομιά των Σολωμικών η αντιπάθεια είχε παραδοθεί εκδηλωμένη ή σε σιωπή καταφρονετική ή σε λακωνική δογματική εχθροπάθεια. Τον άνεμο αυτόν ήρθε να κατευνάσει η ομιλία μου στον «Παρνασσό» [1889]. Ήταν ομιλία (…) ενός θαυμαστή, ενός που έφτανε ως την καλβολατρεία.»
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

[ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (Πάτρα 1859- Αθήνα 1943): Από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης.
Ένα αντίτυπο της πιο πάνω έκδοσης των Ωδών του Κάλβου, που έγινε με πρωτοβουλία του Δεβιάζη με την προτροπή του Ρωμανού και που ο Παλαμάς βρήκε σε παλαιοπωλείο ήταν η αιτία της καθιέρωσης του πρώτου από τον δεύτερο.]
~~~~~~~~
[ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΔΕ ΒΙΑΖΗΣ (Κέρκυρα 1849-Ζάκυνθος 1927), Λόγιος και ιστοριοδίφης του 19ου και του 20ού αιώνα, που ασχολήθηκε με τα Επτάνησα.]
~~~~~~~~
[ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΟΣ (1836-1892), Σημαντικός ιστορικός μελετητής και λόγιος της Κέρκυρας. Καθηγητής και γυμνασιάρχης στο γυμνάσιο του νησιού, όπου είχε μαθητή και τον Σπυρίδωνα Δε Βιάζη.]
~~~~~~~~

[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
- ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΟΣ
- ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΔΕ ΒΙΑΖΗΣ
- ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ]

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ (1836-1904), «ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΟΥ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ



Dionisis Vitsos
ΑΘΗΝΑ

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ (1836-1904)

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ (1836-1904), 
«ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΟΥ»,
 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, Αθήνα 2018

«Όσον ευκολότερα πιστεύομεν και ταχύτερα λησμονούμεν, τόσο μεγαλυτέρα είναι η ασυνειδησία εκείνων που μας απατούν…
Αν έχεις μέσα στο στήθος σου καρδιά και όχι πέτρα, μη λες πως φταίει ο λαός, αλλά φώναξε μαζί μου "ανάθεμα εις τους λαοπλάνους".»

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2018

Διήγημα της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη, "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ"

Zacharoula Gaitanaki
ΖΩΝΗ ΑΡΚΑΔΙΑΣ

    Δ ι ή γ η μ α   της  Ζαχαρούλας  Γαϊτανάκη    

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ

Ο καφές φούσκωσε στο μπρίκι και τον κατέβασε από τη φωτιά. Πήρε το χοντρό φλιτζάνι κι έριξε τον καφέ από ψηλά για να κάνει φουσκαλίτσες. Έτσι του άρεσε να τον πίνει κάθε πρωί πριν ξεκινήσει για το γραφείο του. Μετρούσε τις φουσκάλες κι ύστερα έφερνε το φλιτζάνι στα χείλη του και ρουφούσε το ζεστό του περιεχόμενο. Άφηνε το φλιτζάνι στο τραπέζι της κουζίνας, κοίταζε τις φουσκάλες που είχαν απομείνει και ξανάπινε, ώσπου στο τέλος δεν έμενε στο φλιτζάνι ούτε φουσκαλίτσα, ούτε καφές. Μόνο ένα πηκτό κατακάθι…
Στις 7.30 ήταν έτοιμος να φύγει για την δουλειά του. Φόραγε το σακάκι του με τα πέτσινα μπαλώματα στους αγκώνες (είχε τρία ακόμα τέτοια σακάκια που τα φορούσε στο γραφείο), έπαιρνε τον μαύρο χαρτοφύλακά του από το έπιπλο του χολ, έστρωνε τη γραβάτα του, έριχνε μια βιαστική ματιά γύρω του κι έβγαινε από το διαμέρισμα του 4ου ορόφου κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του.
Πήγαινε στη δουλειά του με τα πόδια. Όχι για να κάνει οικονομία αλλά για να περπατάει. Του άρεσε να βαδίζει στα πεζοδρόμια, να κοιτάει τα αυτοκίνητα στους δρόμους, να παρατηρεί τους άλλους ανθρώπους που περπατούσαν δίπλα του. Έκανε την ίδια διαδρομή 24 χρόνια τώρα. Ξεκίνησε στα 23 του και τώρα στα 47 του ήταν επικεφαλής στο Τμήμα Πρωτοκόλλου και Αρχείου, που βρισκόταν στο υπόγειο του πολυόροφου κτηρίου του Δημαρχείου της πόλης. Μια ζωή χωμένος στα χαρτιά. Δεκάδες ράφια με φακέλους έβλεπε καθημερινά γύρω του, φακέλους σκεπασμένους από τη σκόνη.
Μαζί του εργάζονταν και άλλοι δύο υπάλληλοι, πολλά χρόνια νεότεροί του. Είχαν προσληφθεί όταν ανέλαβε ο τωρινός Δήμαρχος, πριν τρία χρόνια. «Είναι ψηφοφόροι του Δημάρχου» άκουσε κάποιον να λέει από το Τμήμα Καθαριότητας. Η κοπέλα ήταν 22 χρονών, ντυμένη σύμφωνα με την μόδα της εποχής, έντονα βαμμένη και φορτωμένη αλυσίδες και δακτυλίδια. Όταν δεν έκανε κάποια δουλειά, καθόταν με τον νεαρό υπάλληλο και κουβέντιαζαν πίνοντας καφέ και καπνίζοντας συνέχεια. Αν και το κάπνισμα απαγορευόταν σε όλους τους χώρους του κτηρίου, οι δύο νέοι στο υπόγειο δεν έδιναν σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες. Τα πρωινά, όταν τον έβλεπαν να μπαίνει για να πάει στο γραφείο του, τον καλημερίζανε βαριεστημένα κι όταν έφευγαν τον αποχαιρετούσαν μ’ ένα βιαστικό «Αντίο σας, κύριε Διευθυντά».
Κι εκείνος, καθόταν στο πάντα γεμάτο χαρτιά γραφείο του και ξεκινούσε να τακτοποιεί τις εκκρεμότητες και τις υποχρεώσεις της ημέρας. Όταν δεν είχε άλλη δουλειά να κάνει, σκεφτόταν. Συλλογιζόταν τα χρόνια που κύλησαν σαν το νερό και χάθηκαν. Τα μαλλιά του είχαν τώρα γκριζάρει και αραιώσει, το σώμα του βάρυνε, η ψυχή του κουράστηκε. Έρχονταν συχνά στο μυαλό του τα τελευταία λόγια της μάνας του λίγο πριν ξεψυχήσει: «Να παντρευτείς, παιδάκι μου και να μην κλάψεις για μένα σαν φύγω. Να μην πενθήσεις. Να φτιάξεις και συ τη ζωή σου με μια καλή κοπέλα…»
Ήθελε να της απαντήσει: “Μην ανησυχείς, μάνα, θα το φροντίσω κι αυτό” μα δεν πρόλαβε τίποτε να της πει.
Τώρα σκεφτόταν πως δεν ήταν τυχερό του ούτε ν’ αγαπηθεί από κάποια γυναίκα, ούτε να κάνει οικογένεια. Έφυγαν τα χρόνια του μέσα στη ρουτίνα της δουλειάς του, στη μοναξιά και στη σιωπή που επικρατούσε παντού στο άδειο του σπίτι. Ακόμα και τα Σαββατοκύριακα, οι αργίες, οι διακοπές περνούσαν το ίδιο μονότονα, κουραστικά, βασανιστικά…
Ξύπνησε και σήμερα να ετοιμαστεί για τη δουλειά του. Έβαλε το μπρίκι στη φωτιά να φτιάξει καφέ. Με πολλές φουσκαλίτσες, όπως του άρεσε να τον πίνει κάθε πρωί. Ένιωθε ανάλαφρος σήμερα, αποφασισμένος.
Πήγε στο καθιστικό και άνοιξε το παράθυρο. Κοίταξε στην απέναντι πολυκατοικία μιαν ένοικο που πότιζε στο μπαλκόνι τα λουλούδια της. Η γυναίκα του χαμογέλασε. Κάτω στο δρόμο τα αυτοκίνητα περνούσαν βιαστικά. Το σώμα του χάθηκε από το παράθυρο και βρέθηκε στο κενό. Κόσμος μαζεύτηκε αμέσως στο πεζοδρόμιο που έπεσε το κορμί του. “Έναν γιατρό, φωνάξτε ένα γιατρό, για όνομα του Θεού” ακούστηκε κάποιος να φωνάζει.
Πάνω στο διαμέρισμα, μια μυρωδιά φρεσκοψημένου καφέ, έβγαινε από την μικρή κουζίνα κι απλωνόταν στα υπόλοιπα δωμάτια.