~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
................ Επιμέλεια Σελίδας: Πάνος Αϊβαλής, υπεύθυνος έκδοσης του περιοδικού "Ύφος", ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: kepeme@gmail.com...............
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η Φωτό Μου
Ξεφυλλίζοντας... με τον Πάνο Αϊβαλή

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

Δευτέρα 14 Μαΐου 2018

Εκδήλωση - παρουσίαση του μυθιστορήματος, ''ΠΕΝΗΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΜΙΛΙΑ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ'' του Νίκου Κοτανίδη στο βιβλιοκαφέ 'Εναστρον από τις εκδόσεις "Περίπλους"



Dionisis Vitsos 
ΑΘΗΝΑ

  ΕΚΔΗΛΩΣΗ - ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ  

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 18 ΜΑΪΟΥ 2018, 8 μ.μ

ΕΝΑΣΤΡΟΝ βιβλιοκαφέ, ΣΟΛΩΝΟΣ 101, ΑΘΗΝΑ

Οι εκδόσεις ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ και 

ο συγγραφέας ΝΙΚΟΣ ΚΟΤΑΝΙΔΗΣ
~~~~~
Σας προσκαλούν στην παρουσίαση του
μυθιστορήματος, ''ΠΕΝΗΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΜΙΛΙΑ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ''
στο βιβλιοκαφέ 'Εναστρον, στην Αθήνα.

~~~~~
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι :
1. ΕΦΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, Σχολή Ευελπίδων, καθηγήτρια αγγλικών. 
2. ΦΩΤΗΣ ΚΑΓΓΕΛΑΡΗΣ, Σχολή Ευελπίδων, καθηγητής ψυχολογίας. Διδάκτωρ Ψυχοπαθολογίας Univ. de Paris και συγγραφέας.
3. ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΒΙΤΣΟΣ, εκδότης, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ.

Ο συγγραφέας θα αναφερθεί στο ιστορικό του βιβλίου, θα διαβάσει αποσπάσματα και θα υπογράψει αντίτυπα.

Παρασκευή 11 Μαΐου 2018

Νίκος Κατοίκος: «Μια ζωή δυο φορές» του Σώτου Αλεξίου, διηγημάτα



 Sotos Alexiou 
ΚΑΛΑΜΠΑΚΑ




Με αφορμή την έκθεση βιβλίου στη Θεσσαλονίκη αναδημοσιεύω εδώ το κείμενο του Δημήτρη Κατοίκου φιλόλογου και διανοητή για το βιβλίο μου "ΜΙΑ ΖΩΗ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ"
~~~~~~~~~~~
            ΒΙΒΛΙΟ // ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ               
Σώτου Αλεξίου «Μια ζωή δυο φορές»

Διηγήματα», Εκδόσεις «Μετρονόμος», 
Αθήνα 2017, σελ. 137


   Γράφει ο Φιλόλογος  Νίκος Κατοίκος  
Ο Καλαμπακιώτης γλύπτης, ζωγράφος και λογοτέχνης Σώτος Αλεξίου τον Σεπτέμβριο του 2017 εξέδωσε μια συλλογή 11 καλογραμμένων διηγημάτων. Το βιβλίο είναι καλαίσθητο και κοσμείται με σχέδια δικά του και τεσσάρων άλλων γλυπτών, φίλων του.

Ο συγγραφέας είναι γνωστός από τη δίτομη βιογραφία τού Βασίλη Τσιτσάνη (1998 και 2003), καθώς και από άρθρα (σχετικά με το λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι) που γράφει από το 2010 και εξής σε διάφορα περιοδικά (Δίφωνο, Όασις, Ύφος, Μετρονόμος και άλλα).
Με τα σύντομα και εντυπωσιακά διηγήματα αυτής της συλλογής ο Αλεξίου ζω-ντανεύει παλαιά βιώματά του, γεφυρώνοντας αριστοτεχνικά το παρελθόν με το παρόν. Μας μεταφέρει καταστάσεις γεμάτες γοητεία, νοσταλγία, γλυκύτητα και θαυμασμό. Συχνά διανθίζει τα κείμενά του με στίχους από τραγούδια τού Τσιτσάνη και άλλων άσων τής πενιάς. Η αδυναμία του στην αναβίωση παλαιών μουσικών συμβά-ντων είναι εμφανής.


ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Το διήγημα ως λογοτεχνικό είδος απαιτεί τόπο, χρόνο, λίγα πρόσωπα, απλή πλοκή, ζωντανή περιγραφή και διήγηση και λόγο καλλιεπή. Έτσι, ο αναγνώστης απο-λαμβάνει αισθητικά τα καλά διηγήματα και χαίρεται τα βαθιά μηνύματα που προβάλ-λουν. 
Ο συγγραφέας αυτής της συλλογής καλύπτει όλες τις απαιτήσεις τού λογοτε-χνικού αυτού είδους, αλλά πολυσχιδής καλλιτέχνης καθώς είναι, επεκτείνεται στο λεγόμενο ποιητικό στοιχείο, που δεν είναι απαιτητό, αλλά παρέχει περαιτέρω αισθη-τική απόλαυση και προδίδει πιο εκλεπτυσμένη καλλιτεχνική προσωπικότητα. Τέτοιους σύγχρονους πεζογράφους τής Δυτικής Θεσσαλίας μπορώ να αναφέρω ενδεικτικά τον Καλαμπακιώτη Γρηγόρη Σταγέα και τους Σοφαδίτες Νίκο Μπαζιάνα και Βαγγέλη Ντελή, σε έργα τών οποίων έχω επισημάνει το ποιητικό στοιχείο με παλαιότερα δημοσιεύματά μου.
Αξίζει εδώ να πούμε λίγα λόγια για τη βαθύτερη φύση τής Ποίησης. Η Ποί-ηση λοιπόν οραματίζεται έναν κόσμο ανώτερο, χρησιμοποιεί μεταφορικό λόγο, εικο-νοποιεί τις ιδέες, εκφράζει απροκάλυπτες αλήθειες, ντύνεται γλώσσα πυκνή και τέ-λεια. Σε αυτή κυριαρχεί η φαντασία, ο στοχασμός και ο λυρισμός. Ο ποιητής μάς χα-ρίζει μια νέα κατανόηση του κόσμου, και όχι απλώς κείμενα με καλλιέπεια, ευαισθη-σία και ομορφιά. «Βιώνει το όνειρο σαν πραγματικότητα, και την πραγματικότητα σαν όνειρο» (Ιάσων Ευαγγέλου, 2003).


   ΜΕΡΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ   

ΕΜΦΟΡΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ
1. «Πρωτάκουστη απουσία θορύβου! Τόσο χειροπιαστή, που ακούγονται χίλιες φωνές εντός μου» (σελίδα 16).
2. «Ένα κύμα αισιοδοξίας γέμισε το δωμάτιο και έδιωξε μακριά τη θλίψη» (σελ. 24).
3. «Το παρόν με το παρελθόν γίνονται μαλλιά-κουβάρια» (σελ. 35).
4. «Μέσα μου οι πληγές μια ανοίγουν, μια κλείνουν» (σελ. 41).
5. «Το τραγούδι μπαίνει μέσα μου και σαν γομολάστιχα σβήνει όσες μαύρες μολυβιές έχουν μείνει τόσα χρόνια στην ψυχή μου» (σελ. 41).
6. «Το τρίο είναι έτοιμο• κουρδίζουν τα όργανα και παίρνουν την καθορισμένη θέση τους πάνω στο πάλκο. Βασιλιάδες σε ένα Βασίλειο χωρίς εξουσία» (σελ.73).
7. «Εγώ, κρεμασμένο παλτό στην ντουλάπα, προσπαθώ να ισορροπήσω στο χθες και στο σήμερα, γιατί οι μνήμες είναι οδυνηρές» (σελ. 114).
8. «Αισθάνομαι σαν δρόμος άδειος, χωρίς το πήγαιν’ - έλα τών ανθρώπων» (σελ. 119).
9. «Μένω ακίνητος, σαν την κολόνα που δέχεται αδιαμαρτύρητα αγγελιόσημα θανάτου» (σελ. 124).
10. «Έχω κλείσει τη ζωή μου σε στιχάκια τραγουδιών» (σελ. 125).

Κυριακή 15 Απριλίου 2018

ΠΩΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ 15ΧΡΟΝΟ ΜΑΘΗΤΗ ΚΙ ΕΝΑΝ ΦΩΤΙΣΜΕΝΟ ΔΑΣΚΑΛΟ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ



Dionisis Vitsos 
ΖΑΚΥΝΘΟΣ



ΠΩΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ 15ΧΡΟΝΟ ΜΑΘΗΤΗ ΚΙ ΕΝΑΝ ΦΩΤΙΣΜΕΝΟ ΔΑΣΚΑΛΟ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ 
Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ

«Ήμεθα δεκαπενταετής ότε το πρώτον ανεγνώσαμε την Λύραν και μας κατενθουσίασε. Μαθών ο Ρωμανός τον ενθουσιασμόν μας, μας διηγήθη τινά περί του βίου του Κάλβου και των έργων, προσθέσας ότι έπρεπε να γίνει μία νέα έκδοσις και εν Αθήναις, και ένας εκ των επιφανών λογογράφων, δια διαλέξεως να κάμει γνωστήν την αξίαν των Ωδών. Αμέσως συνελάβομεν την ιδέαν να κάμωμεν την νέαν έκδοσιν μετά προλεγομένων και οι αδελφοί Κάος, τυπογράφοι, είχον αναλάβει την δαπάνην της εκδόσεως. Ο Πολυλάς τους έπεισεν ότι θα χάσουν τα έξοδά των, διότι ένεκα της γλώσσης αι Ωδαί δεν αρέσουν εις τον πολύν κόσμον.

Αν εναυάγησεν η κερκυραϊκή έκδοσις, η ιδέα μας έλαβε σάρκα εις Ζάκυνθον, το 1881, δαπάνη του εκδότου Σεργίου Ραφτάνη. Επωλήθησαν σχεδόν όλα τα αντίτυπα, τα πλείστα όμως εις τον έξω Ελληνισμόν. Ούτως η επιθυμία του αειμνήστου διδασκάλου μας Ρωμανού επραγματοποιήθη, ιδίως, αφού και ο αγαπητός μας ποιητής Παλαμάς, δια της ωραίας αυτού διαλέξεως εστεροποίησε την αναμφισβήτητον ποιητικήν αξίαν του επτανησίου ποιητού.»
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΔΕ ΒΙΑΖΗΣ
~~~~~~~~
«Οι Επτανήσιοι ποιητές, που γνώριζαν και που λατρεύανε το Σολωμό, για τον Κάλβο δείχνανε πως τίποτα δεν ξέρανε και η αντιπάθειά τους ήτανε φανερή. […] Ο Πολυλάς δεν τον αναφέρει. Στην κληρονομιά των Σολωμικών η αντιπάθεια είχε παραδοθεί εκδηλωμένη ή σε σιωπή καταφρονετική ή σε λακωνική δογματική εχθροπάθεια. Τον άνεμο αυτόν ήρθε να κατευνάσει η ομιλία μου στον «Παρνασσό» [1889]. Ήταν ομιλία (…) ενός θαυμαστή, ενός που έφτανε ως την καλβολατρεία.»
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

[ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (Πάτρα 1859- Αθήνα 1943): Από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης.
Ένα αντίτυπο της πιο πάνω έκδοσης των Ωδών του Κάλβου, που έγινε με πρωτοβουλία του Δεβιάζη με την προτροπή του Ρωμανού και που ο Παλαμάς βρήκε σε παλαιοπωλείο ήταν η αιτία της καθιέρωσης του πρώτου από τον δεύτερο.]
~~~~~~~~
[ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΔΕ ΒΙΑΖΗΣ (Κέρκυρα 1849-Ζάκυνθος 1927), Λόγιος και ιστοριοδίφης του 19ου και του 20ού αιώνα, που ασχολήθηκε με τα Επτάνησα.]
~~~~~~~~
[ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΟΣ (1836-1892), Σημαντικός ιστορικός μελετητής και λόγιος της Κέρκυρας. Καθηγητής και γυμνασιάρχης στο γυμνάσιο του νησιού, όπου είχε μαθητή και τον Σπυρίδωνα Δε Βιάζη.]
~~~~~~~~

[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
- ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΟΣ
- ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΔΕ ΒΙΑΖΗΣ
- ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ]

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2018

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ (1836-1904), «ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΟΥ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ



Dionisis Vitsos
ΑΘΗΝΑ

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ (1836-1904)

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ (1836-1904), 
«ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΟΥ»,
 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, Αθήνα 2018

«Όσον ευκολότερα πιστεύομεν και ταχύτερα λησμονούμεν, τόσο μεγαλυτέρα είναι η ασυνειδησία εκείνων που μας απατούν…
Αν έχεις μέσα στο στήθος σου καρδιά και όχι πέτρα, μη λες πως φταίει ο λαός, αλλά φώναξε μαζί μου "ανάθεμα εις τους λαοπλάνους".»

Σάββατο 17 Μαρτίου 2018

Διήγημα της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη, "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ"

Zacharoula Gaitanaki
ΖΩΝΗ ΑΡΚΑΔΙΑΣ

    Δ ι ή γ η μ α   της  Ζαχαρούλας  Γαϊτανάκη    

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ

Ο καφές φούσκωσε στο μπρίκι και τον κατέβασε από τη φωτιά. Πήρε το χοντρό φλιτζάνι κι έριξε τον καφέ από ψηλά για να κάνει φουσκαλίτσες. Έτσι του άρεσε να τον πίνει κάθε πρωί πριν ξεκινήσει για το γραφείο του. Μετρούσε τις φουσκάλες κι ύστερα έφερνε το φλιτζάνι στα χείλη του και ρουφούσε το ζεστό του περιεχόμενο. Άφηνε το φλιτζάνι στο τραπέζι της κουζίνας, κοίταζε τις φουσκάλες που είχαν απομείνει και ξανάπινε, ώσπου στο τέλος δεν έμενε στο φλιτζάνι ούτε φουσκαλίτσα, ούτε καφές. Μόνο ένα πηκτό κατακάθι…
Στις 7.30 ήταν έτοιμος να φύγει για την δουλειά του. Φόραγε το σακάκι του με τα πέτσινα μπαλώματα στους αγκώνες (είχε τρία ακόμα τέτοια σακάκια που τα φορούσε στο γραφείο), έπαιρνε τον μαύρο χαρτοφύλακά του από το έπιπλο του χολ, έστρωνε τη γραβάτα του, έριχνε μια βιαστική ματιά γύρω του κι έβγαινε από το διαμέρισμα του 4ου ορόφου κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του.
Πήγαινε στη δουλειά του με τα πόδια. Όχι για να κάνει οικονομία αλλά για να περπατάει. Του άρεσε να βαδίζει στα πεζοδρόμια, να κοιτάει τα αυτοκίνητα στους δρόμους, να παρατηρεί τους άλλους ανθρώπους που περπατούσαν δίπλα του. Έκανε την ίδια διαδρομή 24 χρόνια τώρα. Ξεκίνησε στα 23 του και τώρα στα 47 του ήταν επικεφαλής στο Τμήμα Πρωτοκόλλου και Αρχείου, που βρισκόταν στο υπόγειο του πολυόροφου κτηρίου του Δημαρχείου της πόλης. Μια ζωή χωμένος στα χαρτιά. Δεκάδες ράφια με φακέλους έβλεπε καθημερινά γύρω του, φακέλους σκεπασμένους από τη σκόνη.
Μαζί του εργάζονταν και άλλοι δύο υπάλληλοι, πολλά χρόνια νεότεροί του. Είχαν προσληφθεί όταν ανέλαβε ο τωρινός Δήμαρχος, πριν τρία χρόνια. «Είναι ψηφοφόροι του Δημάρχου» άκουσε κάποιον να λέει από το Τμήμα Καθαριότητας. Η κοπέλα ήταν 22 χρονών, ντυμένη σύμφωνα με την μόδα της εποχής, έντονα βαμμένη και φορτωμένη αλυσίδες και δακτυλίδια. Όταν δεν έκανε κάποια δουλειά, καθόταν με τον νεαρό υπάλληλο και κουβέντιαζαν πίνοντας καφέ και καπνίζοντας συνέχεια. Αν και το κάπνισμα απαγορευόταν σε όλους τους χώρους του κτηρίου, οι δύο νέοι στο υπόγειο δεν έδιναν σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες. Τα πρωινά, όταν τον έβλεπαν να μπαίνει για να πάει στο γραφείο του, τον καλημερίζανε βαριεστημένα κι όταν έφευγαν τον αποχαιρετούσαν μ’ ένα βιαστικό «Αντίο σας, κύριε Διευθυντά».
Κι εκείνος, καθόταν στο πάντα γεμάτο χαρτιά γραφείο του και ξεκινούσε να τακτοποιεί τις εκκρεμότητες και τις υποχρεώσεις της ημέρας. Όταν δεν είχε άλλη δουλειά να κάνει, σκεφτόταν. Συλλογιζόταν τα χρόνια που κύλησαν σαν το νερό και χάθηκαν. Τα μαλλιά του είχαν τώρα γκριζάρει και αραιώσει, το σώμα του βάρυνε, η ψυχή του κουράστηκε. Έρχονταν συχνά στο μυαλό του τα τελευταία λόγια της μάνας του λίγο πριν ξεψυχήσει: «Να παντρευτείς, παιδάκι μου και να μην κλάψεις για μένα σαν φύγω. Να μην πενθήσεις. Να φτιάξεις και συ τη ζωή σου με μια καλή κοπέλα…»
Ήθελε να της απαντήσει: “Μην ανησυχείς, μάνα, θα το φροντίσω κι αυτό” μα δεν πρόλαβε τίποτε να της πει.
Τώρα σκεφτόταν πως δεν ήταν τυχερό του ούτε ν’ αγαπηθεί από κάποια γυναίκα, ούτε να κάνει οικογένεια. Έφυγαν τα χρόνια του μέσα στη ρουτίνα της δουλειάς του, στη μοναξιά και στη σιωπή που επικρατούσε παντού στο άδειο του σπίτι. Ακόμα και τα Σαββατοκύριακα, οι αργίες, οι διακοπές περνούσαν το ίδιο μονότονα, κουραστικά, βασανιστικά…
Ξύπνησε και σήμερα να ετοιμαστεί για τη δουλειά του. Έβαλε το μπρίκι στη φωτιά να φτιάξει καφέ. Με πολλές φουσκαλίτσες, όπως του άρεσε να τον πίνει κάθε πρωί. Ένιωθε ανάλαφρος σήμερα, αποφασισμένος.
Πήγε στο καθιστικό και άνοιξε το παράθυρο. Κοίταξε στην απέναντι πολυκατοικία μιαν ένοικο που πότιζε στο μπαλκόνι τα λουλούδια της. Η γυναίκα του χαμογέλασε. Κάτω στο δρόμο τα αυτοκίνητα περνούσαν βιαστικά. Το σώμα του χάθηκε από το παράθυρο και βρέθηκε στο κενό. Κόσμος μαζεύτηκε αμέσως στο πεζοδρόμιο που έπεσε το κορμί του. “Έναν γιατρό, φωνάξτε ένα γιατρό, για όνομα του Θεού” ακούστηκε κάποιος να φωνάζει.
Πάνω στο διαμέρισμα, μια μυρωδιά φρεσκοψημένου καφέ, έβγαινε από την μικρή κουζίνα κι απλωνόταν στα υπόλοιπα δωμάτια.

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2018

Πόπη Αρωνιάδα "ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ" διήγημα στο περιοδικό "δέκατα"

 
Το διήγημα μου "Ασπρόμαυρη φωτογραφία" στο φθινοπωρινό τεύχος 51. Ευχαριστώ για την τιμή. Είμαι ευγνώμων!!!



ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Η μάνα μου είχε τη μαεστρία να κρύβει με επιτυχία τη φτώχια μας. Πανέξυπνη, καλλιτεχνική φύση, ρεαλίστρια, ιδεαλίστρια και πλήθος άλλων χαρακτηρισμών θα μπορούσες να της δώσεις σήμερα, όμως τότε, ήταν απλά μια περήφανη γυναίκα που έβαζε στη διαπασών όλες τις αισθήσεις της, να δαμάσει τη φτώχεια και να αναστήσει με αξιοπρέπεια τα έξι παιδιά της.
Αυτό επιβεβαιώνεται περίτρανα κοιτάζοντας απλά και μόνο την ασπρόμαυρη φωτογραφία που κρατάω στα χέρια μου. Ακόμα και το ότι υπάρχει αυτή η φωτογραφία, ήταν δική της μέριμνα, δείχνει πόσο πολυεπίπεδα σκεφτόταν. Σίγουρα θα της κόστισε αρκετά από τις πενιχρές της οικονομίες. 
Θέλω έλεγε να έχετε ενθύμια. Δεν έχω να σας δώσω περιουσία, σας δίνω όμως ψυχή. Η ψυχή φαίνεται σε μια φωτογραφία, άμα την παρατηρήσεις καλά. Τότε δεν καταλάβαινα τι έλεγε, δεν έβλεπα εγώ καμία ψυχή. Τώρα όμως τη βλέπω την ψυχή που διέθετε στο μεγάλωμά μου. Και συμπλήρωνε, δεν θέλω να γυρίσετε να μου πείτε ποτέ, μα πως ήμουνα βρε μάνα; Δεν θα φτάνει η δική μου περιγραφή, έλεγε, έστω και αν μπορώ να θυμηθώ. Ήταν τόσο σίγουρη γι’ αυτό που έκανε ώστε ήθελε να έχει αποδείξεις. Έβαζε τις φωτογραφίες, κάθε μια που αποκτούσε, σ’ ένα μικρό χαρτόκουτο τυλιγμένες μ’ ένα πανί, να μην τις φάει ο καιρός.
Θα ήμουν 8 ή 9 χρονών. Ένα οστέινο, όμως φροντισμένο κοριτσάκι σε στάση προσοχής να λέει το ποίημα του την 25η Μαρτίου. Το ασπρόμαυρο δεν εμποδίζει το μυαλό να ζωντανέψει την εικόνα. Ανοίγει μπροστά μου ολοζώντανη, ολόκληρη η ανάμνηση με χρώματα και ήχους, λες και δεν πέρασαν τόσες δεκαετίες φορτωμένες αλλοιώσεις.
Φούστα κόκκινη, το ύφασμα κάποτε ήταν βελούδο φόρεμα μας ευτραφέστατης αμερικανίδας. Τόπους - τόπους η αίγλη του βελούδου ξυρισμένη από τη χρήση, ιδιαίτερα στις τσακίσεις. Α, μην το βλέπεις έτσι έλεγε η μάνα, κάνει σαν σχεδιάκι, δεν φαίνεται και άσχημο. 
Το μυαλό ξεστράτισε και πάει στον τόπο και το χρόνο της απόκτησης του εν λόγω φουστανιού. Χωμένο βαθιά σε κάτι στρατιωτικούς τεράστιους σάκους που κείτονταν στο κέντρο της εκκλησίας μετά τη λειτουργία. Ο παπάς έσφαζε το ραμμένο στρατιωτικό σάκο μ’ ένα σουγιαδάκι προσεκτικά να μη χαλάσει το πολύτιμο περιεχόμενο και πλημμύριζε η εκκλησία κλεισούρα και ναφθαλίνη. Σε συνδυασμό με τα υπολείμματα του λιβανιού αναδυόταν μια μυρωδιά που δύσκολα ξεχνάς όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Έβαλε θυμάμαι σε απόσταση όλες τις γυναίκες του χωριού, τα παιδιά κρεμόμαστε απ’ το γυναικωνίτη, για να μπορεί να ελέγχει την κατάσταση ώστε να πάρουν όλοι ότι ταίριαζε στον καθένα. Έχωνε μέσα το χέρι και τραβούσε ανεξέλεγκτα ότι έπιανε. Το σήκωνε ψηλά και τ’ ονομάτιζε. 
Φουστάνι τεράστιο είπε. Κανείς δεν έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον, δεν υπήρχε κανένας χοντρός στο χωριό. Βγήκε μπροστά η μάνα. Όλα τα μεγάλα να τα δώσεις σε μένα παπά. Εγώ μπορώ να τα μεταποιήσω, έχω μηχανή, είπε με καμάρι και να τα φτιάξω για τα παιδιά μου. Ας πάρουν οι άλλοι ότι είναι στα μέτρα τους. 
Αυτό το βρήκε δίκαιο ο παπάς, της έδωσε το κόκκινο φουστάνι και ότι άλλο υπερμέγεθες βρήκε. Βέβαια η μάνα βγήκε κερδισμένη, πήρε τα περισσότερα, μας καλοέραψε όλους. Χαλούσε ένα παντελόνι και έβγαζε δύο για τον πατέρα ή για τ’ αγόρια. Έφτιαξε και ένα δικό της καλοκαιρινό φουστάνι, άσπρο – μπεζ ήταν το φόντο με κάτι μοβ και γαλάζιες τουλίπες. Πόσο όμορφη ήταν μέσα σ’ αυτό το φόρεμα. Το έβαζε και πήγαινε στην εκκλησία κι εγώ την καμάρωνα. Όταν γύριζε, το έβγαζε μην το λερώσει με τις χοντροδουλειές. Τότε εγώ πήγαινα κρυφά και το φορούσα. Γέμιζε το είναι μου από τη μυρωδιά της, πατούσα πάνω στο μπαούλο και προσπαθούσε να με δω στον μισοθολωμένο καθρέφτη.
Η κόκκινη φούστα λοιπόν απλή με μια σουρίτσα στη μέση από το λάστιχο που τη συγκρατούσε με κόπο στην ισχνή μου μέση. Μια μικρή τσέπη με το κουμπί λίγο πάνω από το γόνατο ραμμένη, ίσα για να κρύψει την ετοιμόρροπη σάρκα του βελούδου σ’ εκείνο το σημείο. Βέβαια δεν σταμάτησε εκεί η μετενσάρκωση του τεράστιου κόκκινου βελούδου φουστανιού. Εκτός από τη δική μου φούστα, έφτιαξε τέσσερα μαξιλαράκια με τα υπόλοιπα κομμάτια, συγκολλώντας τα με μαεστρία. Έπλεξε γύρω γύρω μια λευκή δαντελίτσα από ξηλώματα. Στα σημεία που υπέφερε το ύφασμα, κέντησε κάτι ασύμμετρες μαργαρίτες. Καλλιτέχνημα, γεμάτο φαντασία. Στόλιζε τα ντιβάνια, ακουμπώντας τα διαγώνια στον τοίχο, με τρόπο που να φαίνεται καλύτερα το πιο υγιές σημείο του βελούδου.
Η μπλούζα που φορούσα στην εν λόγω φωτογραφία άσπρη, ζεστή παρότι σχετικά λεπτή θυμάμαι, σίγουρα πολυφορεμένη, καλής ποιότητας, απ’ ότι τώρα μπορώ να καταλάβω, με το κλασικό λουλουδάκι της κάλυψης κεντημένο, εκεί στο σημείο περίπου της καρδιάς, για να καμουφλαριστεί μια μικρή τρύπα. Απ’ το τεράστιο βελούδινο φουστάνι κατάφερε ακόμα να δημιουργήσει ένα κόκκινο γιακαδάκι να το κάνει ασορτί με τη φούστα και μια κορδέλα για τα μαλλιά από το ρέλι του φουστανιού. 
Από πάνω θυμάμαι με κουκούλωνε μια χοντρή ολόμαλλη ζακέτα. Στη φωτογραφία ήταν ξεκούμπωτη και λίγο προς τα πίσω να φαίνεται καλά η φούστα και η μπλούζα. Μου τα δίδαξε πριν αρχίσει η γιορτή και με τα νεύματά της την άνοιξα τόσο, όσο. Από αυτή τη ζακέτα θυμάμαι όλα τα στάδια της δημιουργίας της. Έγνεθε με τα χέρια της το μαλλί, κατακαλόκαιρο κάτω από τον πλάτανο που καθόμασταν στη δροσιά του. Έτρεχε ο ιδρώτας της ποτάμι. Τις βάντες τις είχε βάψει στο μεγάλο καζάνι που είχαμε στην αυλή με καρυδότσουφλα και πήραν μια γλυκιά καφέ απόχρωση, αυτή που έχει η σοκολάτα γάλακτος. Μετά θυμάμαι που την έπλεκε για πολύ καιρό. Ήταν χοντρό το μαλλί και δυσκολευόταν με τις βελόνες. Όχι δεν έβαλε χονδρές βελόνες να φύγει το πλεκτό γρήγορα, έβαλε σχετικά λεπτές, να γίνει κρουστό κι ας ήταν δύσκολο στο πλέξιμο, ώστε να μην περνά το κρύο.
Οι κάλτσες ροζ – τριανταφυλλί μέχρι το γόνατο, προερχόμενες και αυτές εξ Αμερικής, αλλά με μια αυτοσχέδια ραφή στο πίσω μέρος, να ενώνονται τα σχέδια εκεί που πρέπει, πατέντα να μην μου πέφτουν τώρα που μου ήταν μεγάλες και με προοπτική να ξηλωθεί η ραφή στην πορεία που θα μεγαλώσω. Εξάλλου για καλές τις είχα, πόσες φορές θα τις φορούσα; 
Τα παπούτσια τα καλά, τα έφερε η μάνα στο σχολείο να τα βάλω μόνο εκείνη την ώρα, για να πω το ποίημα, κι ας μου ήταν μικρά, κι ας μαζευόταν το πόδι μου κουβάρι. Δεν της άρεσε να πάω με τις γαλότσες που φορούσα κάθε μέρα, στη γιορτή του σχολείου. Τα εν λόγω παπούτσια, μου τα είχε στείλει η νονά μου πριν δυο χρόνια, τότε τα έστειλε λέει μπόλικα γιατί το πόδι μεγαλώνει γρήγορα σ’ αυτές τις ηλικίες. Ίσως και δυο νούμερα μεγαλύτερα. Μου έβαζε η μάνα μπαμπάκι στις μύτες για να μη μου βγαίνουν στην αρχή. Τα φορούσα σε όλες τις γιορτές, χειμώνα καλοκαίρι, μετά μου μίκρυναν, ποτέ μου δεν τα χάρηκα, όσο κι αν την παρακαλούσα, ήταν πάντα για καλά. 
Οι δύο κοτσίδες πάνω από τ’ αυτιά, στολισμένες με κορδέλες κόκκινες, απομεινάρια του κουφαριού του κόκκινου βελούδου. 
Στεκόμουνα στο κέντρο της αυτοσχέδιας σκηνής, της φτιαγμένης με θρανία ενωμένα μεταξύ τους, από πάνω στρωμένο ένα ολοπλούμιστο χράμι κεντημένο στον αργαλειό. Μπροστά, στο κάτω μέρος, ένα ύφασμα έκρυβε τα πόδια των θρανίων.
Ο τοίχος πίσω μου στολισμένος με αφίσες, «21η Απριλίου, ζήτω η Ελλάς» και κάποιες για την επέτειο της 25ης Μαρτίου. Χαρτονένια σπαθιά, κουμπούρια και σημαίες μικρές πλαστικές απ’ άκρη σ’ άκρη, λες και ήθελαν να επιβεβαιώσουν κάτι που ήταν υπό αμφισβήτηση.
Αφού καταευχαριστήθηκε η μάνα με τις υποκριτικές μου ικανότητες και τον κατάλληλο στόμφο που απέκτησα από τις πρόβες με το δάσκαλο, μου αποκάλυψε χαρούμενη ότι είπε στον φωτογράφο, ο οποίος εκτελούσε και χρέη οδοντίατρου, ξεδοντιάζοντας την περιοχή με την αποκρουστική τανάλια και περισπούδαστο ύφος, γιατί είχε λέει μάθει στο στρατό να βγάζει δόντια, να βγάλει κι εμένα μια φωτογραφία. Ήθελε να τη βάλουμε σε μια άδεια κορνίζα που είχε φυλαγμένη.
Θυμάμαι τα μάτια της φωτεινά, γεμάτα πληρότητα κι ευχαρίστηση. Πόσο πολύ είχε γεμίσει η μικρή κι άγουρη ψυχή μου, που μπόρεσα να δω τα μάτια της χαρούμενα. Παρότι γενικά ήταν χαμογελαστός άνθρωπος, τα μάτια της πρόδιναν πολλές φορές το πονεμένο μέσα της.
Αφού τελείωσε η γιορτή, ο δάσκαλος μας έβαλε εμάς τα πιο μικρά παιδιά να μαζέψουμε τις σημαιούλες ρολό μια - μια και να τις βάζουμε σε ένα χαρτόκουτο, μαζί με τα χάρτινα σπαθιά και τα ψεύτικα κουμπούρια, για του χρόνου. 
Τα μεγάλα αγόρια της έκτης, έβαζαν τα θρανία στη θέση τους, τα μεγάλα κορίτσια σκούπιζαν την αίθουσα, ώστε να είναι όλα έτοιμα για το αυριανό μάθημα.
Εκεί που κοντεύαμε να τελειώσουμε ώστε να προλάβουμε να παίξουμε για λίγο στο προαύλιο, άρχισε να χτυπάει δυνατά η καμπάνα της εκκλησίας, σε ένα ρυθμό που δεν μου θύμιζε τίποτα γνωστό. Τον πένθιμο ήχο τον ήξερα, τον ήχο για την προσέλευση στην εκκλησία κι αυτόν τον ήξερα, τώρα ήταν κάτι άλλο, δήλωνε κίνδυνο.
Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας και αρχίσαμε να τρέχουμε προς τα έξω, μαζί κι ο δάσκαλος να μάθουμε τι συμβαίνει.
Οι άντρες πεταχτήκανε από τα καφενεία, αντάλλασαν μια κουβέντα μεταξύ τους και κατευθύνθηκαν γρήγορα προς τα σπίτια.
-Τι είναι, τι συμβαίνει ρώτησε ο δάσκαλος τον παπά, γιατί η εκκλησία ήταν δίπλα στο σχολείο.
-Κοπάδια άγια άλογα κυνηγημένα από λύκους δάσκαλε, έπεσαν στο χωριό. Είναι αφηνιασμένα και επικίνδυνα. Παρασέρνουν ότι βρουν μπροστά τους, φράχτες, κήπους, ακόμα και καλύβια. Είναι πολλά και αγριεμένα. Στείλε γρήγορα τα παιδιά στα σπίτια τους. Ακούγεται μακριά η βοή τους, αλλά τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα. Όσα απ’ αυτά μένουν μακριά κράτησε τα μέσα στο σχολείο. Ο άνδρες πάνε να πάρουν τις καραμπίνες, να γίνουν ομάδες ν’ αναχαιτίσουν την πορεία τους. Αν μπορέσουν και ξεπέσει κανένα μόνο του θα το πιάσουν μήπως το ημερέψουν.
Ο συγκεκριμένος ήχος απ’ τη σφυρίχτρα του δάσκαλου ακούστηκε έντονος και αυστηρός.
Πόπη Αρωνιάδα

~~~~~~~~~~~


* Από την Πόπη Αρωνιάδα -με τέσσερις ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό της που παλαιότερα έχουμε αναφερθεί εκτενέστερα- σήμερα μάθαμε ότι την άλλη εβδομάδα κυκλοφορεί το πρώτο της μυθιστόρημα με τον τίτλο "Οι Δίδυμες" από τις εκδόσεις Ροδακιό.   Σε λίγες μέρες  θα έχουμε την χαρά να το παρουσιάσουμε....
Καλοτάξιδο να είναι και με πολλές εκδόσεις!!!
Πάνος Αϊβαλής
δημοσιογράφος

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

Γιάννης Σκαρίμπας (Πέθανε σαν σήμερα το 1984) // Απέναντι στους «ευνουχιστές της Ιστορίας και τους αλλουβρεχήτες της αλήθειας»


Γιάννης Σκαρίμπας (Πέθανε σαν σήμερα το 1984) // 
Απέναντι στους «ευνουχιστές της Ιστορίας και τους αλλουβρεχήτες της αλήθειας»

"Οι Τούρκοι δεν ήσαν οι χειρότεροι … Ο ελληνικός λαός δε θάκανε την επανάσταση για ν’ αποκαταστήσει και πολιτικά τους κοτσαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνον Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι, ή δε μας λένε την αλήθεια. Σκοτώνοντας τους Τούρκους ήξερε ότι σκοτώνει το σύμμαχο των κοτσαμπάσηδων. Χωρίς τον αφανισμό πρώτα αυτουνού, δεν μπόραε να ξεπάτωνε τους άλλους. Το ότι σ’ αυτόν η Επανάσταση γελάστηκε, δεν παει να πει ότι τους εφείσθη. Θα τους πέρναε εν στόματι μαχαίρας. Το ότι νόμισε ότι για τούτο είχε καιρό, αυτό της έφαγε … Η Επανάσταση απότυχε…»."
Γιάννης Σκαρίμπας – «Το ’21 και η αλήθεια»
    Σαν σήμερα το 1984 άφησε την τελευταία του πνοή ο λογοτέχνης Γιάννης Σκαρίμπας. Ενας «αιρετικός» λογοτέχνης που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Χαλκίδα όπου εργαζόταν ως εκτελωνιστής. Κάποιοι τον χαρακτήριζαν εκκεντρικό γιατί οι απόψεις του δεν έμπαιναν σε καλούπια.
Ξεκίνησε να σπουδάζει φιλοσοφία στην Αθήνα, αλλά εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Εγραψε διηγήματα, ποιήματα, δοκίμια και θέατρο.
«Αν ο μόνος σκοπός που αξίζει τον κόπο κανείς να γεννηθεί είναι η λευτεριά, και μόλις γεννηθεί του την υποθηκεύουν τα συμφέροντα, τι άλλο του απομένει παρά η επανάσταση;»
«Ούτε η πανούκλα, ούτε η αραποβλογιά κάμανε τόσο κακό στην ανθρωπότητα όσο οι ιστορικοί και η Ιστορία»
Δεν θα αναφερθούμε στην βιογραφία του. Αυτή μπορεί να την συναντήσει κάποιος πολύ εύκολα στο διαδίκτυο. Θα παραθέσουμε κάποια -σχετικά μεγάλα- αποσπάσματα από το πιο σημαντικό κατά την γνώμη μας, βιβλίο του «Το 1821 και η αλήθεια». Είναι ότι καλύτερο έχει γραφτεί για την επανάσταση του 1821 και φωτίζει το αληθινό νόημα της πέρα απ’ τα παραμύθια που μας διδάσκει η επίσημη ιστορία.
Με γλώσσα ιδιότυπη, με σκόπιμο «μπάχαλο της σύνταξης» και ύφος εντελώς προσωπικό δεν μάσαγε τα λόγια του ειδικά απέναντι στους «ευνουχιστές της Ιστορίας και τους αλλουβρεχήτες της αλήθειας», όπως χαρακτήριζε τους καθεστωτικούς διανοούμενους.
Κι αυτός ήταν ο λόγος που πολεμήθηκε σκληρά από το κατεστημένο της εποχής του, χωρίς όμως ούτε στιγμή να λιγοψυχήσει και να «βάλει νερό στο κρασί του» υπηρετώντας ιδεολογικές και πολιτικές σκοπιμότητες.
Μας είπε κανείς λόγου χάρη ότι η επανάσταση τους 1821 «δεν έγινε μόνο για τους Τούρκους. (Δεν ήσαν χειρότεροι...). Έγινε ενάντια και στο γδάρσιμο και τον κατατρεγμό απ’ τους προκρίτους - δηλαδή για το ξερίζωμα σύξυλου του « Τριαδικού Τουρκοπαπαδοκοτσαμπάσικου καθεστώτος», όπως αποδεικνύει στο βιβλίο του ο Γ. Σκαρίμπας;.
Διδαχθήκαμε πουθενά ότι «το Ιερατείο, οι Φαναριώτες και οι κοτζαμπάσηδες» ήταν «όλη η πανούκλικη κατάρα του καιρού»; Υπήρξαν πολλοί ιστορικοί να αναφέρουν τον προδοτικό ρόλο απέναντι στην επανάσταση «προσωπικοτήτων» όπως ο Κοραής, ο Καπποδίστριας, ο Κωλλέτης κ.α όπως κάνει ο Γ. Σκαρίμπας;
Και έχει άδικο στο συμπέρασμά του ο Γ. Σκαρίμπας ότι η επανάσταση του 21 απέτυχε στους σκοπούς της;
Ωστε, χωρίς τον εξολοθρεμό των κοντζαμπάσηδων και τον «αποσχηματισμό» των Δεσποτάδων, χωρίς την απαλλοτρίωση της γης και το καλογεροκυνηγητό όξω απ’ το Κράτος, χωρίς ολοκληρωμένη τη Ζαράκοβα και τον καταστρεμό των τσιφλικάδων, η εθνική ανεξαρτησία, ήταν ο Μανωλιός της παροιμίας με τα ρούχα του. Ηταν το «τι Γιάννης, τι Γιαννάκης»; Έτσι είναι. Και ώστε, μια μ ό ν ο ν Εθνική επανάσταση, χωρίς την Κοινωνική καταξίωσή της, είναι μια «φαινομενοφάνεια» που μόνον αναγκαζόμενο το «κατεστημένο» την επιτρέπει; Έτσι είναι.
~~~~~~~~~~~
Απόσπασμα από το βιβλίο του Γ. Σκαρίμπα 
"Το '21 και η αλήθεια"
…. Κατά ποια λοιπόν συνέπεια διαλεκτική (και συνεπώς εξηγήσιμη) και το Πατριαρχείο, που ο καταχτητής του παρέδωσε μονοπωλιακά την ημικοσμική και θρησκευτική διοίκηση του έθνους (μια σχεδόν «υπηκοότητα»), θα απεμπόλαε την επί της γης χειροπιαστήν ετούτη βασιλεία του, για την των Ουρανών και την Πατρίδα; Ο Μωάμεθ ο Β (και συνέχεια όλοι οι Σουλτάνοι): «...διετήρησε και επροστάτευσε τον μέγα σημαίνοντα ελληνικόν κλήρον, από του Πατριάρχου μέχρι του κανδηλανάπτου και του νεωκόρου» (Κ. Μένδελσων Βαρθόλδη, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως». σελ. 11).
Πράγματι, ποτέ πριν στην Ιστορία τους, Πατριαρχείο και Πατριάρχες του, δεν είδαν τέτοιες αυτοκρατορικές στα χέρια τους εξουσίες. Μάλιστα, λίγοι Βασιλείς τέτοια είχαν απολαύσει Μεγαλεία. (Αν, καμιά φορά, οι Τούρκοι, τους κρέμαγαν, αυτό γράφτο λάθος!). Επί Βυζάντιου οι αυτοκράτορες τους είχαν διακοσμητικά του θρόνου τους παιχνίδια. Οι ίδιοι ήσαν δοσμένοι με τα ούλα τους στους στείρους δογματισμούς του filioquc και... στο αλληλοξούρισμα - μεταξύ τους... Επί Τουρκίας, ήσαν Αυθέντες Μεγαλειότατοι, με «Αυλές» και ανατολίτικες τελετουργίες ίδιων Χάχανων. «Πρωτέκδικοι» και «Τιτουλάριοι» τους περιτριγύριζαν σαν τη «βασίλισσα - μέλισσα» και κηφήνες. Αρχιδιάκονοι και Μεγάλοι Λογοθέτες. Και Αυθέντας τους προσαγόρευαν οι «δούλοι» τους :
«Αυθέντα μας και δέσποτα... θειότατε, θεοπρόβλητε, θεοχαρίτωτε, προνοητά ημών κλπ. δουλικώς πρυσκυνούμεν... ημείς οι πτωχοί δούλοι σου, οι ιερείς της Μητροπόλεως Αθηνών κλπ. και φιλούμεν τα ίχνη των ημίων και αγίων ποδών σου...» κλπ. (Δ. Καμπούρογλου, «Ιστορία των Αθηνών», σελ. 161).
«... Ο Οικουμενικός Πατριάρχης επειχεν απόλυτον εξουσίαν επί των εκκλησιαστικών μοναστηριών και του κλήρου, ηδύνατο να καθαιρή αρχιερείς και ιερείς, να χειροτονή αντ’ αυτών άλλους και να δικάζη αμέσως και εμμέσως τας μεταξύ χριστιανών διαφοράς. Τα εκκλησιαστικά κτήματα ανεγνωρίσθησαν αναφαίρετα και αφορολόγητα, η δε διαχείρισις τούτων αφέθη ελεύθερα εις τον Πατριάρχην και τους υπ’ αυτόν αρχιερείς και λοιπούς ιερωμένους. Πας δε χριστιανός υπεχρεώθη να διαθέτη ωρισμένον μέρος της περιουσίας του υπέρ της Εκκλησίας... Και εδημιούργουν μεν οι Τούρκοι διά της αναγνωρίσεως ενός χριστιανού εθνάρχου, περιβεβλημένου δια τόσον πολλών δίκαιων και προνομίων, κράτος εν τω ιδίω αυτώ κράτει, αλλά τον εθνάρχην προσέβλεπον ως όργανον, το οποίον θα ηδύνατο να εξασφάλιση την δουλικήν υπακοήν των Ελλήνων και των λοιπών από του Οικουμενικού Πατριάρχου πνευματικός εξαρτωμένων χριστιανών» ( Εγκυκλοπαιδ. Λεξικόν Ελευθερουδάκη, τ. Ε', σελ. 305).
Το, να, από ένα τέτοιο «κατεστημένικο» παπαδαριό, περίμενε το ’21 εθνική έξαρση και χρέος, είναι σα να του ζήταε «νάφηνε το γάμο για να πάει για πουρνάρια...».
Σχετικά με τούτα, παραθέτω δωχάμω μερικά τινά από την «Περιληπτική Υποτύπωση του Περιεχομένου της Ελληνικής Νομαρχίας» κατά κεφάλαια ή παραγράφους, (σελ. 42-48 ).
«Η Ιστορική αλήθεια και η ανάγκη της γνώσης της από τους τωρινούς Έλληνας. Η αναισθησία των αρχόντων. Αποκάλυψη και μαστίγωμα - τα όργια των Συνοδικών -μάνδρα λύκων. Η κατάντια του Κλήρου. Η φιλοχρηματία του τωρινού ελληνικού κλήρου. Η αμάθεια του Πατριάρχη - οι γραμματικοί του. Πατριάρχης, διάμεσοι, Σύνοδος. Οι δώδεκα μωροί της Συνόδου. Αρχιεπίσκοποι, συναλλαγές τους με τους Οθωμανούς. Αφορισμοί. αγιασμοί, μνημόσυνα, κληρονομιές κλπ. Συγχωροχάρτια. Ξεπούλημα ενοριών. Δανεικά κι αγύριστα. Πώς ζούνε οι αρχιεπίσκοποι: ακολασίες, προδοσίες, αναισθησία. Επίσκοποι και πρωτοσύγκελοι. Η λήστευση των χωριατών. Πως χειροτονούνται οι παπάδες. Οι πανταχούσες των μοναστηριών. Κοκκαλοπωλητές - άγια λείψανα. Το κατάντημα του κλήρου, πρώτη αιτία της καθυστέρησης του λυτρωμού. Η ελευθερία θανάσιμο αμάρτημα για τους ιεροκήρυκες. Τι διδάσκουν το λαό οι ιεροκήρυκες. Διαστρέβλωση - λύκοι και καθρέφτες του σκότους. Λείψανο καπηλεία και θαυματοκαπηλεία -όργια» (Βιβλίο 3ο και 4ο).
... Πράγματι, μεγάλη, των μεγαλοπαπάδων, τους έκαμε ζημιά η επανάσταση.
... Τώρα, θέλετε και το στα ανώτατα επίπεδα επικρατούν τις παραμονές της επανάστασης... εθνικό κλίμα στην ΠΟΛΗ; Ορίστε το. Το παίρνω από την 35 σελίδα ταυ βιβλίου «Το Μεσολόγγι», του εξαίρετου ερευνητή του '21. Δημήτρη Φωτιάδη:
«Τίποτα δε μας δείχνει καλύτερα πόσο σωστά είναι αυτά που λένε ο Κολοκοτρώνης και ο Φωτάκος, πως η επανάσταση στάθηκε το έργο του λαού και του διαφωτισμού, από την “Πατρική Διδασκαλία" του Πατριάρχη Γρηγορίου και την απάντηση σ’ αυτή του Κοραή με την "Αδελφική Διδασκαλία". Ο πατριάρχης εκπρόσωπος των πλουσίων και των συντηρητικών τάξεων, ανησύχησε από το ξάπλωμα, στο υπόδουλο έθνος, των επαναστατικών ιδεών του 18ου αιώνα και κυκλοφορεί - είτε γραμμένο από τον ίδιο είτε κατ' εντολή του - ένα βιβλιαράκι στ’ όνομα του πατριάρχη Ιεροσολύμων Ανθίμου, που ήταν βαριά άρρωστος και τον νόμιζε ετοιμοθάνατο, με τον τίτλο «Πατρική Διδασκαλία - εις ωφέλειαν των ορθοδόξων χριστιανών». Σ’ αυτό τονίζεται αδιάκοπα το παραμύθι πως οι δυστυχισμένοι σε τούτη τη ζωή είναι οι τυχεροί, γιατί θα είναι οι εκλεκτοί στην άλλη: «Ποδηγετούσι (οι ιεράρχες) τους πιστούς διά να περνώσι τον ολίγον καιρόν της παρούσης ζωής με υπομονήν εις τας θλίψεις, και ελπίδα όχι ενταύθα, αλλά εις την μέλλουσαν ζωήν».
Ξέρετε γιατί ο Θεός γκρέμισε τη Βυζαντινή αυτοκρατορία κι έφερε τους Τούρκους; Το έκανε για το καλό των χριστιανών! Μ' ακούστε τον ίδιον:
«Ίδετε λαμπρότατα τι οικονόμησεν ο άπειρος εν ελέει και πάνσοφος ημών Κύριος, διά να φυλάξη και αύθις αλώβητοι· την αγίαν και ορθόδοξον πίστιν ημών των ευσεβών, και να σώση τους πάντας· ήγαρεν εκ του μηδενός την ισχυρόν αυτήν βασιλείαν των Οθωμανών αντί της των Ρωμαίων ημών βασιλείας, η οποία είχεν αρχίσει τρόπον τινά να χωλαίνη τας της ορθοδόξου πίστεως φρονήματα και ύψωσε την βασιλείαν αυτήν των Οθωμανών περισσότερον από κάθε άλλην, διά να απόδειξη αναμφίβολος ότι θείω εγένετο βουλήματι, και όχι με δύναμιν των ανθρώπων, και να πιστοποιήσει πάντας τους πιστούς, ότι με αυτόν τον τρόπον ευδόκησε να οικονομήση μέγα μυστήριον, την σωτηρίαν δηλαδή εις τους εκλεκτούς του λαούς».
Ενώ και ο εξ απορρήτων του Πάπα Νικολάου του Ε' Γεώργιος Τραπεζούντιος (1895 -1486) είχεν ετοιμάσει ένα σχέδιο θρησκευακοπολιτικής ένωσης Ελλήνων και Οσμανλήδων. Δηλαδή την ομαδική αλλαξοπίστηση του έθνους.
… Και δώστου να χουν τ’ αποδέλοιπο: Τι ήταν το Ιερατείο, οι Φαναριώτες και οι λόγιοι γύρω και πριν το 21; Ήσαν ή όχι Τουρκογλείφτες κι ενάντιοι σε κάθε ιδέα εθνεγερσίας; Μην κι αυτοί τραγούδαγαν τα κλέφτικα: ή μη σπάσανε κι αυτοί στην Αλαμάνα τα σπαθιά τους; Οι οσποδάροι; Οι δραγουμάνοι; Οι νοτιότερα, κοτζαμπασάδες και οι «γερόντο»; Ίσον όλη η πανούκλικη κατάρα του καιρού;
Μα ούτε για την κοινωνιολογία της επανάστασης δεν λέτε.. Ή δεν την ξέρετε ή μας την κρύβετε την αλήθεια. Δεν λέτε λόγου χάρη ότι η επανάσταση δεν έγινε μόνο για τους Τούρκους. (Δεν ήσαν χειρότεροι...). Έγινε ενάντια και στο γδάρσιμο και τον κατατρεγμό απ’ τους προκρίτους - δηλαδή για το ξερίζωμα σύξυλου του « Τριαδικού» Τουρκοπαπαδοκοτσαμπάσικου καθεστώτος. Και τότε περικαλώ - τι γίνεται; Τι καθεστώς (άτε, αστικής τάξης μην τότε υπάρχουσας) θ' αντικαθισταε το πρώτο; Το Λαϊκό; (ο Κομμουνισμός δεν ύπαρχε τότε, για να τόριχναν στο κομμουνιστοφαϊλίκι οι εθνικοφρόνοι!...). Η επιμάλλον και μάλλον καταφτάνουσα Επανάσταση διέγραφε Σφιγγώδικη την κοινωνιολογία της έκρηξής της. Οι αστικιντζήδες (η Φιλική Εταιρεία) κατατρόμαξαν. (Το Άστρος, τα Bαίρβενα, η Ζαράκοβα, το λαοκρατικό κίνημα της Ύδρας λες πως προκαταβολικά τους έστελναν τις αστραπές τους από το μέλλον...). Και τα γεγονότα επακολούθησαν. Επακολούθησε η μπουφόνικη και βιαστική επανάσταση του Υψηλαντη και, η μετά την αποτυχία της, εξαφάνιση απ’ τη Σκηνή της Εταιρείας. Δυο πράγματα σημαδιακά.
Εγώ δεν θα πω. όπως ο απηνής φοροεισπράκτορας του Αλήπασα Ιγνάτιος ότι το, στις Παρίστριες ηγεμονίες, κίνημα του Υψηλάντη, δεν ήταν εθνικό και ότι οι Φιλικοί ήσαν «καρμπονάροι». Μόνο (δεν) απορώ (ούτε) και εξίσταμαι για την (και) στα δύο αυτά ( = το άξαφνο του κινήματος και την εξαφάνιση των Φιλικών) σιωπή των ιστοριοδίφων μας. Και εννοώ αυτήν που... οι «εγκεκριμένοι» μόνο γράφουνε. Καμιά εξήγηση δε μας δίνουνε, ωσάν να (παρά ιστορικοί) αυτοί είναι... φωτογράφοι! Αλλά, η φωτογραφία βγαίνει επίπεδη, ενώ η Ιστορία θέλει και βάθος ( = την «τρίτη διάσταση» - που προείπα). Στην δε Ιστορία, η κοινωνιολογία είναι το βάθος. Διότι κοινωνικά είναι φαινόμενα της Ιστορίας τα γεγονότα. Αλλ’ αυτό, οι εγκεκριμένοι το αγνοούν, ή αν το ξέρουν, ψεύδονται ως ο παραμυθάς κείνος Μυγχάουζεν...
Αλλά εκείνο που πράγματι - αυτό - δεν το ξέρουν, είναι ότι το '21 δεν ήταν μια υπόθεση των - μόνον - ηρωισμών τούτου του έθνους. Τα γιαταγάνια εδώ έπαιξαν ρόλο απλής διαδικασίας. Μεταξύ δε δύο ηλιθίων Στρατηγών, ο ένας κατ' ανάγκην θα νικήσει. Το '21 ήταν ένα φαινόμενο αναπάντητο στις Ιστορίες όλου του κόσμου. Ήταν η πρώτη και η τελευταία έως εδώ επανάσταση που έδωσε αυτογνωσία και νόημα, περιέργεια και μνήμη στην Κοινότητα των ανθρώπων. Δεν έγινε, ούτε θα ξανασυμβεί τέτοιο μυστήριο.
Ο «Πίναξ Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» ωχριά μπρος στην κραυγή του ’21. Η «Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας» του Ουάσιγκτων είναι μια ειδυλλιακή νωπογραφία μπρος στον Διάκο. Η δε φωταψία του Μεσολογγίου αυτή - έκαμε να κλείσει (μα να μην τυφλωθεί) τα μάτια η Ιστορία. Να ηττηθεί ήταν αδύνατο. Η νίκη, η τόσο αδύνατη, ήταν και βέβαιη... Οι Κολοκοτρώνηδες, και Αντρούτσοι, οι Παπαφλέσσηδες ανάτρεψαν το Συνέδριο της Βιέννης. Ο Μέττερνιχ, ο Καποδίστριας, ο Ιγνάτιος χάθηκαν μες στις αχλές της Ιστορίας...
Οτι το Ανώτερο Ιερατείο και το Φανάρι δεν την ήθελαν και αντίδρασαν στην επανάσταση - καμιά αμφιβολία. Αλλά και οι λόγιοι της διασποράς, επίσης δεν την ήθελαν, Αυτός τούτος ο απ’ τους εξέχοντας, Αδαμάντιος Κοραής, την εξόρκισε με τούτα του τα λόγια, απ’ το Παρίσι: «Μια επανάστασις των Ελλήνων υπό τας σημερινός συνθήκας, κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είναι κάτι αδιανόητον!». Τα μαθηματικά του (μαθηματικά του πάντοτε ύποπτου ορθού λόγου - του λεγόμενου) δίδασκε κι αυτός! Η δε Υψηλότερη Ελληνική Προσωπικότητα, ο Καποδίστριας, όχι μόνον εφρύαξε στο άκουσμα των πρώτων καρυοφυλλιών από τη Μάνη, αλλά και πριν, στην πρόταση της Φιλικής να ηγηθεί του αγώνα, απείλησε τους απεσταλμένους (τον Ξάνθο) με απέλαση και ότι θα τους έδενε ωραία!...
Στον Γαλάτη, που πρώτος τού μίλησε για επανάσταση, ο Καποδίστριας είπε τούτα:
«Διά να σκέπτεται κανείς, κύριε, περί τοιούτον σχεδίου, πρέπει να είναι τρελλός. Διά να τολμήση δε, να μου ομιλήση περί τούτου, εις τον οίκον τούτον, όπου έχω την τιμήν να υπηρετώ έναν μέγα και κραταιόν αυτοκράτορα, πρέπει να είναι νέος όστις μόλις εξήλθεν από τους βράχους της Ιθάκης (ο Γαλάτης ήταν Θιακός) ή ο οποίος παρεσύρθη δεν ηξεύρω υπό ποίων τυφλών παθών. Δεν ημπορώ να ομιλώ μαζί σας περισσότερον περί του σκοπού της αποστολής σας, σας ειδοποιώ δε, ότι ουδέποτε θα αναγνώσω τα χαρτιά σας. Η μόνη συμβουλή την οποίαν ημπορώ να σας δώσω, είναι να μην ειπήτε τίποτε εις κανένα περί τούτου και χωρίς ν’ αναβάλλετε ούτε μίαν ώραν, να επιστρέψητε, ίνα ειπήτε εις τους εντολείς σας ότι αν δεν θέλουν να χαθούν οι ίδιοι και να καταστρέψουν μαζί τους το αθώον και δυστυχές έθνος των πρέπει ν’ αφήσσοντας επαναστατικάς σκευωρίας των και να ζουν όπως πριν υπό τας κυβερνήσεις υφ' ας ευρίσκονται, έως ότου η θεία πρόνοια ευδοκήσει άλλως».
Ο άνθρωπος του δίδαξε κι αυτός, τα ανώτερα μάθημάτικά του... «Ω της αναισχυντίας (φωνάζει και ο Ανώνυμος της «Ελληνικής Νομαρχίας» στη σελ. 109) αχάριστα τέκνα της πατρίδος! Από ποιον προσμένετε παρακαλώ σας την ελευθερίαν; Ή προσμένετε να ελευθερωθούν μόνοι τους, και έπειτα να υπάγετε σεις, να ενοητέ έτοιμα της αγαθά και να χαρήτε πάλιν κατά το συνηθισμένον σας εις τους ιδρώτας των άλλων;». Ο «άγνωστος» της «Ελληνικής Νομαρχίας» είχε μιλήσει ως προφήτης! Μα ο... υπερελληνισμός του Καποδίστρια, τώρα φόραε ρούσικο καλπάκι. Υπάρχουν κάτι άνθρωποι που σου κεντάν την αηδία. Στα σπίτια τους, μπορεί να λογοδοτάν μπρος στις γυναίκες τους από το φόβο της παντόφλας (ίδε και Μέγα - λέει... Ναπολέοντα) αλλά όξω, δεν δίνουν λόγο λέει, παρά μόνο στη συνείδησή τους... και στην Ιστορία!...
.. Ας δούμε τι γράφει στην «Ελληνική Σάτιρα» για το 1821 ένας Γερμανός ιστορικός (Μένδελσων -Βαρθόλδη)..
Ο Μητροπολίτης
Να έχετε τέκνα την ευχήν μου
κι ακούσατε την απόκσισιν μου.
Εγώ τον ζυγόν δεν τον γνωρίζω
ούτε ξεύρω να τον νομίζω.
Τρώγω, πίνω, ψάλλω με ευθυμίαν
δεν υποφέρω ποτέ τυραννίαν.
Τότε υποφέρω αδημονίαν
όστις με βλάψει στην επαρχίαν.
Αυτή τον Τούρκον η τυραννία,
σ' εμέ είναι ζωή μακαρία.
Αφού το ράσον τούτο εφόρεσα,
πλέον τινά ζυγόν δεν εγνώρισα,
δύο ποθώ, και μα τας εικόνας
άσπρα πολλά και καλάς κοκκώνας.
Περί της Ελλάδος που λέτε
δεν με μέλλει κι ας τυρανιέται.
Μ ’ αν βαστάζει χωρίς να στενάζει
όλας τας αμαρτίας ευγάζει.
(.... )
Πίστιν να έχουν στον Βασιλέα
και σέβας στον Αρχιερέα.
Στον Τούρκο τ' άσπρα να μη λυπούνται
τότε γαρ την ψυχήν ωφελούνται.
Και Αρχιερέων παρρησίας,
και παπάδων πολλάς λειτουργίας.
Ο πνευματικός τούς διορίζει
πώς πρέπει κανείς να δεφτερίζει.
Αυτοί άρχισαν να παρακούσι
και όλοι ελευθερίαν φρονούσι.
Διά τούτο και ημείς συμφωνουμεν
ομού με τους Τούρκους τούς βαρούμεν.
(.... )
Κι’ οι κοκκώνες είναι μέγα θαύμα
ευκολύνουν γαρ το κάθε πράγμα.
Φθάνει γουν η τόση απολογία
ιδού γυνή φέρει παρρησία.
Ας πάμε τώρα και στον Aνώνυμο της «Ελληνικής Νομαρχίας»: «...Εκείνοι οι αυτόματοι και ουτιδανοί άρχοντες. Οι φυλάργυροι και αμαθείς αρχιεπίσκοποι... Εκείνοι οι αυθάδεις και όντως βάρβαροι προεστοί... Τι λέγουσι λοιπόν, αυτοί οι βρωμεροί και χυδαιότατοι άνθρωποι; Πώς είναι δυνατόν να νικηθή ένα τόσον μεγάλον βασίλειον; Ημείς δεν ημπορούμεν να κφερνηθόμεν μόνοι μας. Πού να εύρωμεν ένα άλλον βασιλέα τόσο εύσπλαγχνον, και τόσον καλόν;... μάλιστα εκείνοι οι βρωμοάρχοντες της Κωνσταντινουπόλεως, οπού όσον τύφος και αλαζονείαν έχουσι, άλλην τόσην αμάθειαν... Τι λοιπόν ημπορεί να τους είπω διά να τους καταπείθω;... Να τους κράξω, ίσως, άτιμους; Αλλ' αυτοί το έχουν διά προτέρημα» ( σελ. 201 - 204).
..... (…) Το είπα και το ξαναλέω: Το 21 δεν ήταν όμοιο με καμία επανάσταση του κόσμου. Το ότι, παρά τον Μέττερνιχ και το Συνέδριο της Βιέννης, παρά τον Ιμπραήμ και τον Ιγνάτιο, παρά τον Κοραή και το Βρυώνη, παρά την αντίδραση του Ιερατείου και των Προκρίτων, μπόρεσε και να εκραγεί και να σταθεί, αυτό δεν ήταν θαύμα – γιατί το θαύμα είναι μια παραβίαση της φυσικής διαδικασίας της ύλης (πράγματα της δικαιοδοσίας των Αγίων μας). Το 21, ήταν μια Εθνικο-Κοινωνική επανάσταση, η πρώτη και η τελευταία της Ιστορίας. Χτύπησε τον Κιουταχή και τον Δράμαλη, όσο και το ντόπιο τσορμπατζή και το δυνάστη. Αποθέωσε τον Κανάρη, ενώ κατέλαβε την Καγκελαρία της Ύδρας εξ εφόδου. Κήδεψε το Μάρκο Μπότσαρη και τον Μπάυρον, ενώ στα Βέρβαινα θα ’σφαζε τον Παλαιών Πατρών και τους Προκρίτους. Είναι Μεγάλο, όχι για τις απαντήσεις (που δε δόθηκαν), αλλά για τίς που έθεσε ερωτήσεις:
Μπορεί να, ένας λαός νοείται λεύτερος, με μόνο την Εθνική ανεξαρτησία του; Η άλωση της Βαστίλλης, λέει ό χ ι. Αλλά του 21 οι ερωτήσεις είναι δύο: χωρίς την Εθνική ανεξαρτησία τους οι λαοί, μπορούν, να αλώνουν τις Βαστίλλες τους; Την ερώτηση αυτή, πρώτο την έθεσε, μπρος στους Ιστορικούς του κόσμου, το 21. Κι αυτοί, έμειναν κόκκαλο – δεν ήξεραν τι ν’ απαντήσουν… στο τσαρούχι!... Η ερώτηση τούς ήρθε σαν κεντιά βούκεντρου ζευγολάτη στα οπίσθια. Ήσαν ο όνος ο αρνούμενος να διασκελίσει το αυλάκι. Βάλθηκαν να ψάχνουν λοιπόν την Ιστορία… Πουθενά, πουθενά – καμιά τέτοια… άλλου είδους ταραχή, κανένα τέτοιο στραβομουτσούνιασμα… του «ωραίου»! Τι λοιπόν; Τα Δερβενάκια και το Ζάλογγο, το Μεσολόγγι και το Βαλτέτσι, το Ναυαρίνο και το Πρωτόκολλο (για την ανεξαρτησία) του Λονδίνου, όλ’ αυτά θα μνέσκαν μάταια, χωρίς το σφάξιμο των Προκρίτων;
Ωστε, χωρίς τον εξολοθρεμό των κοντζαμπάσηδων και τον «αποσχηματισμό» των Δεσποτάδων, χωρίς την απαλλοτρίωση της γης και το καλογεροκυνηγητό όξω απ’ το Κράτος, χωρίς ολοκληρωμένη τη Ζαράκοβα και τον καταστρεμό των τσιφλικάδων, η εθνική ανεξαρτησία, ήταν ο Μανωλιός της παροιμίας με τα ρούχα του; ήταν το «τι Γιάννης, τι Γιαννάκης»; Έτσι είναι. Και ώστε, μια μ ό ν ο ν Εθνική επανάσταση, χωρίς την Κοινωνική καταξίωσή της, είναι μια «φαινομενοφάνεια» που μόνον αναγκαζόμενο το «κατεστημένο» την επιτρέπει; Έτσι είναι.
Ξεφυλλίσατε την Ιστορία μέχρι τα σήμερα και πέστε μου κάνα που να μην είναι –αυτό– έτσι. Εκατοντάδες εθνικές επαναστάσεις, πέτυχαν ή απότυχαν, αλλά καμιά εθνικοκοινωνική δεν επιχειρήθηκε. Οι μόνο κοινωνικές, όπου των χρόνων και των καιρών, όπου της γης και του πελάου, καταπνίγηκαν μέσα στο αίμα τους, ανελέητα…
Μα, θα μου πείτε: η Γ α λ λ ι κ ή, δεν ήταν αυτή κοινωνική; Και θα σας πω: Μα, Κύριοι, απότυχε. Η 4η τάξη , ο λαός, (οι και, «ξεβράκωτοι» ειπωθέντες) χτυπήθηκε άγρια και «γουλίστηκε» από την αστική τάξη σαν χταπόδι. Μόλις πρόλαβε κι έβαλε φωτιά σε καμιά εκατοστή Πύργους αφεντάδων του κι έσφαξε μερικές χιλιάδες ευγενήδες. Από Επισκόπους; πολύ λιγότερους. Στις δύο Μπρυμέρ, «καθάρισε» κι άλλες τους μερικές χιλιάδες γαλαζοαίματους και όμοιούς τους αλιτήριους, στα μπουντρούμια. Αυτό ήταν όλο-όλο του που πρόφτασε. Ύστερα ο (τζόκεϋ) Ναπολέων τον καβάλησε, πότε σαν γάιδαρο ξεσέλωτο και πότε σαν άτι του με λοφίο. Λίγο αργότερα (το 1848) ξαναξεσηκώθηκε στο ποδάρι. Νυν, υπέρ πάντων ο αγών… Το ψωμοτύρι ενάντια στον αστακό, «το κασκέτο ενάντια στον πίλο». Με δεκάδες χιλιάδες πτώματα την ξαναπλήρωσε την επανάστασή του ο λαουντζίκος. Την εκατό τοις εκατό κοινωνική, ύστερα από τα πενήντα τοις εκατό του 21. Και επακολούθησαν –γραμμή– το καβαλίκεμα, από το Ναπολέοντα το Γ και απ’ αυτόν, έως τον Θιέρσο κι απέ στον Πουανκαρέ, κι ύστερα στο Ντε Γκωλ και δόστου να ’χει… Έως που κάποιος συμβιβασμός ήρθ’ επιτέλους – και η Δημοκρατία έχει το δικαίωμα… να πυροβολάει… το λαό!... Πράγματι, εξαιρουμένης της Ρούσσικης του 1917, καμιά, μόνον κοινωνική επανάσταση δεν πέτυχε· όλες μαζί, το πλήρωσαν με πολλά εκατομμύρια πτωμάτων…
Και, καμιά, μόνο Κοινωνική επανάσταση δεν πέτυχε και ουδεμία Εθνικοκοινωνική επιχειρήθηκε. Εξαίρεση στάθηκε το 21. Κι ενώ, στη μια του πλευρά (την εθνική) αυτό θριάμβευσε, στην άλλη του (την κοινωνική) ήρθε καπάκι… Οι Τούρκοι έφυγαν και ήρθε… ο Όθωνας! Η Κατάκτηση το ’σκασε και εγκαταστάθηκε η Κατοχή των Δημοσίων υπαλλήλων. Το «κρυφό σκολειό» έγινε Πανεπιστήμιο περίλαμπρο, όπου βρόντηξαν και άστραψαν οι γλωσσαμύντορες και οι άλλοι: Ο Παπαρρηγόπουλος, ο Σαρίπολος, ο Μιστριώτης, ο Τρεμπέλας. (Εγώ το είπα: Η αγραμματωσύνη θα μας σώσει…).
Και όλοι αυτοί οι λόγιοι άντρες και Σοφοί, οι Κοι Κ. Τσάτσος και ο Γρ. Κασιμάτης, και ο Λεωνίδας Ζέρβας, και τελοσπάντων πας όστις με Πίλον υψηλόν, ή με Αρχιερατικόν εγκόλπιο απ’ το σβέρκο, άνθρωποι τα… μάλα σοβαροί και λίαν… Ιστοριοδιφικώς βεβαρυμένοι, – ων κάποιος κάπου ιδόντας μου τις Καραγκιόζικες «φιγούρες» είπε, μετά γκριμάτσας απαρέσκειας: «… Εεε – δεν είναι άνθρωπος σοβαρός!». Όλοι αυτοί (και ο κ. Ι. Θεοδωρακόπουλος) «καθαρευουστί» μάς κοπανάν ότι οι λόγιοι της διασποράς (π.χ. ο Κοραής και ο Ιγνάτιος), το Ανώτερο Ιερατείο (να πούμε ο Παλαιών Πατρών κι οι Δεσποτάδες), προσωπικότητες, ως λόγου χάρη ο Καποδίστριας, οι δύο Καραντζάδες και ο Κωλέττης, αυτοί λευτέρωσαν το έθνος!... Εμείς όμως θα τους πούμε, ότι ούτε σε κείνους που αυτοί μας λένε, οφείλει τίποτα το έθνος, ούτε απ’ αυτούς που μας το λένε περιμένει τίποτα – αυτό… Μόνον ένας Φεραίος, τη λόγια (πριν από το 21) φάρα αυτή, των «Λόγιων της Διασποράς» και των φαρδομάνικων Ιεραρχών, μόνον αυτός την προανάκρουσε τη Λευτεριά κρατούσαν σπάθα. Οι άλλοι, αυτοί μακροημέρευσαν – πάντα τις «ελληνικούρες» τους κοπανώντας…
Να, τι λέει πάνω σ’ αυτά, ο Γερμανός ιστορικός Κ. Μένδελσων Βαρθόλδη στην «Ιστορία της Ελλ. Επαναστάσεως», σελ.200: «Ελευθερωταί αυτής της Ελλάδας) υπήρξαν ουχί σοφοί, ανατραφέντες παρά την εστίαν της κλασσικής αρχαιότητος, αλλ’ άνδρες εξ ακοής μόνον την αρχαιότητα γνωρίσαντες και μόλις μαθόντες ν’ αναγιγνώσκωσι και να γράφωσιν· ουχί φρόνιμοι και εύποροι (σ.σ.: όπως οι Αρχιερείς και οι Φαναριώτες), αλλ’ άνθρωποι από ευτελούς μόλις εργασίας, από ταριχείας ορτύγων και συλλογής ελαίων αποζώντες· άνδρες ουχί του καλάμου και της θεωρίας…» κλπ.
Αλλ’ ας μη σκάζαν, δεν θα –το 21– τους κατάνταε «παρακλαυσίθυρους» χειρότερων αφεντάδων. Θα, μετά την «απελευθέρωση», τους έκανε καρπαζοεισπράχτορες του κράτους. Η γραφειοκρατία (η πιο «κατεστημένικη» μορφή όλων των δουλειών του λαουντζίκου), θα τους έκανε μάτια μ’ σαν τους σημερινούς «τσικλομασάδες» Αμερικάνους. Θα μάθουν και το «εν ημικλάστω» αναφέρεσθαι προς τους απ’ αυτούς πληρωμένους του υπηρέτες. Και κάτω, μετά ένα «ευπειθέστατος», θα θέτουν την απολευτερωμένη υπογραφή τους: Λ’κάς Φοκοπήδαρους… (…)